Ο «κουταλοκάμπτης-μάγος» κ. Γιούρι Γκέλερ εμφανίστηκε προχθές στην ελληνική τηλεόραση. Μας είπε πολλά, αλλά επί της ουσίας δεν μας έδειξε τίποτε. Ούτε κουτάλια λύγισαν, ούτε σταματημένα ρολόγια ξεκίνησαν να δουλεύουν. Η ελληνική τηλεόραση όμως επέτυχε ένα νέο θαύμα. Ουδείς πίστευε ότι μπορεί να πέσει χαμηλότερα. Το κατάφερε κι αυτό…
Είναι μάλλον βέβαιο ότι ούτε η υπουργός Παιδείας κ. Μαριέτα Γιαννάκου, ούτε ο υφυπουργός κ. Σπύρος Ταλιαδούρος ήξεραν τα λογοκριτικά καμώματα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Γράμματα γνωρίζουν και θα τους σηκωνόταν η τρίχα αν εκαλούντο να κρίνουν -με το ερώτημα, μάλιστα, της απόρριψης!- τον μεγάλο των ελληνικών γραμμάτων και αγωνιστή για την ελευθερία της πατρίδος Ηλία Βενέζη.
ΤΑ στοιχήματα της επόμενης μέρας των 30ων γεννεθλίων της Ν.Δ.
Ένα νεαρό κορίτσι από την Ουκρανία γίνεται σύμβολο της μάχης που δίνει η ελληνική κοινωνία ενάντια στα πολυπλόκαμα κυκλώματα των μαστροπών.
Οι δύο πρώτοι ηγέτες της μεταπολίτευσης κατάφεραν να δημιουργήσουν τις μεγάλες παρατάξεις που γνωρίζουμε σήμερα διότι πίστεψαν στο μπόλιασμα ιδεών και αντιλήψεων.
Το ένα τρίτο των όπλων σε αναπτυσσόμενες χώρες πωλούνται από την Ευρώπη. Πολλά από αυτά καταλήγουν σε λερωμένα χέρια.
Η «δημοσιογραφία του πως θα πάρετε…», ζει, αλλά δεν θα βασίλευε αν δεν υπήρχε μια λαϊκή βάση να τη στηρίζει, αυτούς τους πάρα πολλούς πολίτες που τόσα χρόνια με το παραμικρό αναφωνούν: «που είναι το κράτος;»
Όλα τα τραγικά που συμβαίνουν δεν είναι παρά τα συμπτώματα της βαθιάς παθογένειας που ταλανίζει χρόνια τώρα τη χώρα. Οι φούσκες της μεταπολίτευσης σκάνε μία-μία. Οι εμβαλωματικές λύσεις που επιδιώξαμε ως κοινωνία, και τις έκαναν πολιτική οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ απλώς περαίωσαν το έργο τους.
Η ζεύξη του Κόλπου ανακοινώθηκε το 1993. Από τότε Αριστεροί, οικολόγοι και τοπικοί παράγοντες εναντιώθηκαν και κατάφεραν έντεκα χρόνια μετά να θρηνούμε δεκαπεντάχρονα παιδιά. Στο χρονικό των προαναγγελθέντων θανάτων συνοψίζονται όλες οι αγκυλώσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Δυστυχώς στην Ελλάδα όλοι θεωρούν ότι πρέπει να κάνουν πρώτα κοινωνική πολιτική και μετά την δουλειά τους. Από την εποχή Κουτσόγιωργα που άρχισε τις προσλήψεις στο δημόσιο με «κοινωνικά κριτήρια», μέχρι σήμερα που τα ΑΕΙ μετεγγράφουν φοιτητές με «κοινωνικά κριτήρια», το αποτέλεσμα είναι ένα: η αποτελεσματικότητα του συστήματος διαρκώς διαβρώνεται.
Η αποθέωση της επικοινωνίας δείχνει την φτώχεια της ανάλυσης συνοδευόμενη από την σχεδόν έμφυτη συνωμοσιολογία μας. Αφαιρούμε από την πολιτική την ουσία της, που είναι οι λύσεις των προβλημάτων του τόπου, και την συρρικνώνουμε σε ασκήσεις επικοινωνίας.
Κάθε κόμμα έχει σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινωνία. Είναι η συλλογική έκφραση μιας ομάδας ανθρώπων. Διαμορφώνεται και διαμορφώνει ιδεολογικά την κοινωνία φτιάχνει πολιτικές. Δεν είναι μεσάζων αιτημάτων της βάσης του, είτε της κομματικής είτε της κοινωνικής.
Χρειάζεται να ξαναδούμε όλη την πολιτική διαδικασία εξ αρχής. Το σύστημα έχει φτάσει στα όρια του. Τα αντικρουόμενα συμφέροντα είναι πολλά και η πίττα (κάθε μορφής) μικραίνει. Αυτό οδηγεί όλη την πολιτική διαδικασία σε νευρική κρίση.
Η υπόθεση Τσιτουρίδη είναι η κορυφή μιας αντίληψης που σέρνεται και κυριαρχεί στα στελέχη και τα μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Αυτή θεωρεί ότι η πολιτική διαδικασία τέλειωσε στις 7 Μαρτίου και ότι στις 8 ξεκίνησε μια περίοδος γαλάζιας ευημερίας κι ανεμπόδιστης άσκησης εξουσίας. Τουλάχιστον για οκτώ χρόνια.
Πως γνωρίζουμε ότι το νερό που πίνουμε και έχει πιστοποιηθεί ασφαλές, είναι πραγματικά ακίνδυνο; Ποιος ελέγχει αν κάνουν καλά ή όχι την δουλειά τους οι ελεγκτές;
Κάποτε λέγαμε «verba volant, scripta manent» (τα λόγια πετούν, αλλά τα γραπτά μένουν). Αυτό ίσχυε από την ρωμαϊκή εποχή μέχρι σήμερα και παντού. Είναι δυνατόν να μην ισχύει στον ιερότερο χώρο της Δημοκρατίας μας, στην Βουλή (ημών) των Ελλήνων;
Κάποιοι μπορεί να πουν ότι το ΠΑΣΟΚ φταίει για το «σοβιετικού τύπου σύστημα Παιδείας που έχουμε σήμερα». Θα έχουν απόλυτο δίκιο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να το αλλάξει.
Είναι ανόητοι όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Ελλάδα έχει μόνο χθες και όχι αύριο. Σοφά η πολιτική ηγεσία της χώρας δίνει μαθήματα νεωτερισμού σε μια χώρα που κάποιοι την θέλουν φοβισμένη. Μια χώρα που έχει πολύτιμο παρελθόν για να αντλεί έμπνευση αλλά έχει και δυνατότητες για ένα πολύ καλύτερο μέλλον.
Η εν λόγω «Βουλή» κατέληξε σε ψήφισμα με το οποίο ζητά: α) να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα στις 300.000 β) να τεθούν όρια στην είσοδο αλλοδαπών στη χώρα.
Αντί να επικριθεί η κυβέρνηση διότι έχει μια βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας της και δεν αποφασίζει να την απασφαλίσει, επικρίνεται διότι αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει μια βόμβα. Αντί να ερωτηθεί τι θα κάνει με τα «μαύρα χάλια» των ταμείων, ερωτάται γιατί το αναφέρει έστω …εγκυκλοπαιδικά.
