Όλοι αυτοί που σηκώνουν τις σημαίες του «εθνικού» για την «Oλυμπιακή» περιμένουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να πληρωθούν γι’ αυτό. Eίτε σε ψήφους, αν είναι πολιτικοί, είτε σε αργομισθίες αν είναι συνδικαλιστές.
Αν δεν υπήρχε το Κολέγιο των Επιτρόπων της Ε.Ε., θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Κάποιος επιτέλους έπρεπε να προστατεύσει την τσέπη μας, αφού οι δικοί μας πολιτικοί υπολόγισαν πρώτα το πολιτικό κόστος.
Tα ευρήματα του «ευρωβαρόμετρου» αποτελούν και ευκαιρία. H πρώτη ανάγνωση αναδεικνύει μεγάλη απογοήτευση. Tαυτόχρονα, καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες κατανοούν πως κάτι πάει στραβά με το παλιό μοντέλο
Πρέπει να απλουστευθεί η φορολογική νομοθεσία, ειδικά των επιχειρήσεων. Εκεί η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή βρίσκονται σε γκρίζα περιοχή, με αποτέλεσμα να αποφασίζουν το «μαύρο» ή το «άσπρο» αυθαίρετα, πολλές φορές με το αζημίωτο, οι εφοριακοί.
Οι πομπώδεις χαρακτηρισμοί περί «δημόσιου χαρακτήρα των αερομεταφορών» είναι ένα καλό κόλπο για να πληρώνει ο μπαρμπα-Μήτσος από τα Γρεβενά και να πετάει δωρεάν ή κάτω του κόστους μια ολόκληρη πολιτικό-συνδικαλιστικο-οικονομική νομενκλατούρα.
Οι κρατικές επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, κοιτώντας δηλαδή μόνο τον ισολογισμό τους, και το κράτος με κοινωνικά κριτήρια μέσω του προϋπολογισμού του.
Πάμε στοίχημα ότι ακόμη κι αν η «Helios» ήταν κρατική εταιρεία, πάλι το νεοφιλελευθερισμό θα έβριζε η Αριστερά και η πρόοδος;
Το μυστικό δεν κρύβεται στο αν οι εταιρείες είναι κρατικές ή ιδιωτικές, αν είναι χαμηλού ή υψηλού κόστους, αλλά αν ο έλεγχος που γίνεται από τις κρατικές υπηρεσίες είναι καλός ή κακός.
Οι ιδιωτικές εταιρείες που εμφανίζουν υψηλούς δείκτες ατυχημάτων (και δεν είναι καν «χαμηλού κόστους») είναι σε τριτοκοσμικές χώρες που έχουν διεφθαρμένα καθεστώτα. Αλλά σε αυτές τις χώρες και οι κρατικές εταιρείες εμφανίζουν πολλά δυστυχήματα…
Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι με την απελευθέρωση των αεροπορικών συγκοινωνιών παγκοσμίως οι πτήσεις, εκτός από φθηνότερες, έγιναν και ασφαλέστερες. Η Αριστερά, όμως, αντί να πάρει τα δεδομένα και να διατυπώσει θέση επί της πραγματικότητας, θέλει να φέρει την πραγματικότητα στα μέτρα των συνθημάτων που κάποτε είχε.
Στην περίπτωση του αγροτικού προβλήματος πρέπει, κάποτε, να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους. Οι αγρότες μας αντί να είναι επιχειρηματίες συνήθισαν τόσα χρόνια να είναι δημόσιοι υπάλληλοι.
Χθες παρακολουθήσαμε την πρώτη δυναμική διαδήλωση κατά της αγοράς. Οι ροδακινοπαραγωγοί δεν έκλεισαν τις εθνικές οδούς διαμαρτυρόμενοι για τις επιδοτήσεις, αλλά για τις τιμές…
Σε μία σοβαρή χώρα, η απόφαση της κυβέρνησης να ανοίξει συνολικά το διάλογο για το ασφαλιστικό πρέπει να είναι άνευ αντικειμένου. Κανονικά πρέπει να υπάρχει διαρκής διάλογος των κοινωνικών εταίρων για ένα τόσο μεγάλο και τόσο ακανθώδες πρόβλημα.
Θεωρητικά με το ωράριο οι μικροί έμποροι προστατεύονται από τους μεγάλους. Στην πράξη οι μεγάλοι γίνονται μεγαλύτεροι και οι μικροί κλείνουν. Όταν ο ανταγωνισμός γίνεται μόνο στο επίπεδο των τιμών, τα πολυκαταστήματα έχουν κερδίσει από την αφετηρία.
Δεν θα ήταν προτιμότερο να είχαμε προχωρήσει την Εθνική Οδό σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να τελείωναν τα έργα μια ώρα αρχύτερα και να μην θρηνούσαμε άδικα τόσες ζωές;
Κανείς δεν εξετάζει – έστω ως θεωρητική άσκηση, βρε αδελφέ!- ποια θα ήταν τα οφέλη στην εθνική οικονομία αν μειωνόταν αντί να αυξηθούν οι φόροι.
Σε εποχές μεγάλης δημοσιονομικής στενότητας η πρόσληψη 10.000 αγροφυλάκων φαντάζει περιττή πολυτέλεια.
Η πραγματική οικονομία έχει, δυστυχώς, μόνο αριθμούς: Έσοδα και έξοδα. Και οι αριθμοί δεν είναι δίκαιοι, ούτε καν άδικοι. Αποτυπώνουν απλώς την πραγματικότητα στη βάση της οποίας πρέπει, επιτέλους, ν’ αρχίσουμε να συζητάμε.
Μια ιδιότυπη πολιτική συναλλαγή: Ο παραλογισμός των «κλειστών επαγγελμάτων» φτιάχνει πλούτο χωρίς κόπο και διά διοικητικών αποφάσεων…
Η ελληνική οικονομία και κατά συνέπεια οι τράπεζες δεν έχουν τα δωρεάν πλεονάσματα να διαχειριστούν και κάποιος πρέπει να πληρώσει όχι μόνο τα προνόμια των τραπεζοϋπαλλήλων αλλά και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος», αλλά και «πόσα».
