Eπείγει η διατύπωση του αιτήματος. Οι νεφελώδεις και αλατισμένες με ποίηση διακηρύξεις για την «λάβα της οργής των νέων» είναι χρήσιμες στη λογοτεχνία, αλλά δεν βοηθούν την πολιτική, η οποία πάντα καταλήγει στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων.
«Εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές» γράφουν κάποια πανό, και αυτό το σύνθημα μεταμφιέζεται σε επιχείρημα στον δημόσιο διάλογο. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει κάποιος είναι, γιατί το ένα να αποκλείει το άλλο.
Το πρώτο βήμα για την επίλυση ενός προβλήματος είναι η ακριβής περιγραφή του. Οταν στη συζήτηση κυριαρχούν οι ανερμάτιστες μεταφορές, όχι μόνο δεν βρίσκουμε άκρη, αλλά απλώς σωρεύουμε προβλήματα.
Υπάρχει μια σχιζοφρενική στάση της διαμαρτυρίας σε σχέση με τις δημόσιες υποδομές. Από τη μια διαμαρτυρόμαστε (και ορθώς) ότι δεν είναι αρκετές και από την άλλη, καταστρέφουμε εκείνες τις λίγες που υπάρχουν.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, και μόνο αυτή, μας λέει ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος άφησε το Κυπριακό σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που το παρέλαβε.
Η αυτοκριτική του πρωθυπουργού, αν και αργοπορημένη, ήταν καλή. Αν θέλει όμως να αποδείξει ότι την εννοεί πρέπει να προχωρήσει. Μέχρι να λάμψει όλη η αλήθεια.
Στην κατάσταση που φτάσαμε ουδείς είναι αθώος. Ειδικά οι γυαλιστεροί της τηλοψίας. Το να φορτώνουμε, όμως, όλη την ενοχή στους πολιτικούς δεν είναι απλώς άηθες. Είναι και αντιπαραγωγικό.
Μια διαχρονική παθογένεια της κυβέρνησης είναι ότι δεν έχει λύσεις, αλλά έχει δικαιολογίες.
Η διατήρηση της τάξης σε μια δημοκρατική χώρα είναι πολύ ευαίσθητη υπόθεση. Απαιτεί μεγάλη και συνεχή προσπάθεια.
Δηλαδή, μετά την «ασύμμετρη απειλή» στα δάση, υπάρχει και η απειλή της ασύμμετρης Αριστεράς στις πόλεις;
Η πολιτική τελικά εκδικείται. Το ίδιο και η απουσία της. Οταν δεν αντιμετωπίζεις τα προβλήματα με διαρκή σχεδιασμό και συνεχείς παρεμβάσεις, αυτά διογκώνονται κάτω από το χαλί της τηλεόρασης.
Τα σημάδια της έντασης που ζούμε σήμερα τα είχαμε από νωρίς. Μόνο που δεν χαράχτηκαν εγκαίρως πολιτικές ώστε αυτή να μην ξεσπάσει. Η κυβέρνηση ακόμη και σε θέματα δημόσιας τάξης λειτούργησε με μόνο καημό την επικοινωνία.
Πόσο διαφορετικός όμως θα ήταν ένας «ψημένος» Καραμανλής που θα είχε διοικήσει τουλάχιστον ένα υπουργείο και θα ήξερε την πολυπλοκότητα της πολιτικής δράσης;
Eνας από τους παλιούς καημούς της παραδοσιακής Αριστεράς είναι η «Αλλαγή». Μπορεί οι ίδιοι να μην άλλαξαν ποτέ, αλλά απαιτούν να αλλάξουν όλοι οι άλλοι.
Οι εξεταστικές επιτροπές κάνουν το παράνομο, νόμιμο. Το νόμιμο, σύμφωνα με τον κ. Βουλγαράκη είναι και ηθικό, οπότε το πρόβλημα που απασχόλησε τους στοχαστές από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Καντ βρήκε επιτέλους τη λύση του.
O σταλινισμός δεν ήταν η αρρώστια του κομμουνισμού. Ηταν απλώς το σύμπτωμα. Ενα σπυρί που έβγαλε πολύ πύον και περισσότερο αίμα…
H αποτυχία του πρωθυπουργού δεν έγκειται στο γεγονός ότι δεν εξαφάνισε τη διαφθορά -αυτό είναι ουτοπικό-, αλλά γιατί εξαφάνισε τους θεσμούς και μηχανισμούς ελέγχου της.
H δεκαετία του ’60 στοιχειώνει κάθε προεκλογική εκστρατεία των ΗΠΑ. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπαίνει πάντα το ερώτημα «τι έκανες τότε, υποψήφιε;»
Οι δικοί μας πολιτικοί, δυστυχώς, δεν έχουν ποτέ τον χρόνο να διαβάσουν. Το εξομολογούνται οι ίδιοι κατ’ ιδίαν, φαίνεται και από τον δημόσιο λόγο τους.
Tο ερώτημα «έπρεπε να εκτελεστούν οι έξι;» έχει σαφώς αρνητική απάντηση. Αν όμως δεν υπήρχε η θανάτωση και μιλώντας αυστηρώς πολιτικά, το ερώτημα είναι άλλο: «έπρεπε να εκτελεστούν μόνον έξι;».
