Η αποθέωση της επικοινωνίας δείχνει την φτώχεια της ανάλυσης συνοδευόμενη από την σχεδόν έμφυτη συνωμοσιολογία μας. Αφαιρούμε από την πολιτική την ουσία της, που είναι οι λύσεις των προβλημάτων του τόπου, και την συρρικνώνουμε σε ασκήσεις επικοινωνίας.
Κάθε κόμμα έχει σημαντικό ρόλο μέσα στην κοινωνία. Είναι η συλλογική έκφραση μιας ομάδας ανθρώπων. Διαμορφώνεται και διαμορφώνει ιδεολογικά την κοινωνία φτιάχνει πολιτικές. Δεν είναι μεσάζων αιτημάτων της βάσης του, είτε της κομματικής είτε της κοινωνικής.
Χρειάζεται να ξαναδούμε όλη την πολιτική διαδικασία εξ αρχής. Το σύστημα έχει φτάσει στα όρια του. Τα αντικρουόμενα συμφέροντα είναι πολλά και η πίττα (κάθε μορφής) μικραίνει. Αυτό οδηγεί όλη την πολιτική διαδικασία σε νευρική κρίση.
Η υπόθεση Τσιτουρίδη είναι η κορυφή μιας αντίληψης που σέρνεται και κυριαρχεί στα στελέχη και τα μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Αυτή θεωρεί ότι η πολιτική διαδικασία τέλειωσε στις 7 Μαρτίου και ότι στις 8 ξεκίνησε μια περίοδος γαλάζιας ευημερίας κι ανεμπόδιστης άσκησης εξουσίας. Τουλάχιστον για οκτώ χρόνια.
Πως γνωρίζουμε ότι το νερό που πίνουμε και έχει πιστοποιηθεί ασφαλές, είναι πραγματικά ακίνδυνο; Ποιος ελέγχει αν κάνουν καλά ή όχι την δουλειά τους οι ελεγκτές;
Κάποτε λέγαμε «verba volant, scripta manent» (τα λόγια πετούν, αλλά τα γραπτά μένουν). Αυτό ίσχυε από την ρωμαϊκή εποχή μέχρι σήμερα και παντού. Είναι δυνατόν να μην ισχύει στον ιερότερο χώρο της Δημοκρατίας μας, στην Βουλή (ημών) των Ελλήνων;
Κάποιοι μπορεί να πουν ότι το ΠΑΣΟΚ φταίει για το «σοβιετικού τύπου σύστημα Παιδείας που έχουμε σήμερα». Θα έχουν απόλυτο δίκιο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να το αλλάξει.
Είναι ανόητοι όσοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Ελλάδα έχει μόνο χθες και όχι αύριο. Σοφά η πολιτική ηγεσία της χώρας δίνει μαθήματα νεωτερισμού σε μια χώρα που κάποιοι την θέλουν φοβισμένη. Μια χώρα που έχει πολύτιμο παρελθόν για να αντλεί έμπνευση αλλά έχει και δυνατότητες για ένα πολύ καλύτερο μέλλον.
Η εν λόγω «Βουλή» κατέληξε σε ψήφισμα με το οποίο ζητά: α) να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα στις 300.000 β) να τεθούν όρια στην είσοδο αλλοδαπών στη χώρα.
Αντί να επικριθεί η κυβέρνηση διότι έχει μια βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας της και δεν αποφασίζει να την απασφαλίσει, επικρίνεται διότι αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει μια βόμβα. Αντί να ερωτηθεί τι θα κάνει με τα «μαύρα χάλια» των ταμείων, ερωτάται γιατί το αναφέρει έστω …εγκυκλοπαιδικά.
Το μόνιμο άγχος των πολιτικών να διαχειριστούν το βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος τους οδηγεί αφενός σε διόγκωση της κρίσης (βλέπε «Σινούκ») και κυρίως δεν τους επιτρέπει να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στη ρίζα τους.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ όσων συνέβησαν την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 στις ΗΠΑ και όσων έγιναν την 11η Σεπτεμβρίου του 2004 στην Ελλάδα…
Μήπως πρέπει να επανιδρυθεί η σοβαρότητα στο ελληνικό κράτος;
Έχουμε κράτος το οποίο δεν ξέρει καν που βρίσκονται ανά πάσα στιγμή τα ελικόπτερά του. Και θέλουμε σ’ αυτό το κράτος να δώσουμε κι άλλες αρμοδιότητες;
Γι’ αυτό που πρέπει να λογοδοτεί κάθε πρωθυπουργός είναι κατά πόσο το σύστημα δουλεύει χωρίς την παρουσία του και χωρίς τις εντολές του.
Χωρίς αληθή στοιχεία οι οικονομικές επιλογές γίνονται στο βρόντο. Χειρότερα: η πιθανότερη κατάληξή τους είναι η αποτυχία.
Τα γεγονότα μετά το ματς με την Αλβανία πρέπει να μας θορυβήσουν. Κυρίως πρέπει να μας ανησυχήσουν όσα προηγήθηκαν κι όσα ακολούθησαν της αιματοχυσίας. η προσπάθεια να ξεκοπεί το περασμένο Σάββατο από το κοινωνικό γίγνεσθαι, να εμφανισθούν τα επεισόδια ως μια «κακή στιγμή» του συλλογικού, σαν ένας πυρετός που (κακώς) ανέβηκε και κατόπιν (καλώς) έπεσε.
Η δική μου πατρίδα παραείναι μεγάλη για να χωρέσει σε αυθαίρετες γραμμές στις οποίες κάποιοι κάποτε συμβιβάστηκαν. Η δική μου Ελλάδα δεν πετάει τίποτα από το μεγαλείο του κόσμου.
Όλη η συζήτηση για τα επεισόδια εναντίον των Αλβανών έχει ως αξίωμα αυτό που έπρεπε να προς αναζήτηση: Υπάρχει ρατσιστικό φαινόμενο στην Ελλάδα;
Για τα χθεσινά επεισόδια ευθύνονται κι όσοι τόσο καιρό επιχειρηματολογούν ότι η Ελλάς κρίνεται στα γήπεδα, ότι η κεφαλιά του κ. Χαριστέα είναι απόδειξη της «ανώτερης ελληνικής ψυχής», εκείνοι που ανέμειξαν την εθνική ρητορεία και το ποδόσφαιρο.
