Mε αγώνες κατακτώνται τα δικαιώματα, αλλά με αγώνες που αλλάζουν τους νόμους και όχι με αγώνες που επιλεκτικά τους καταπατούν.
Eπείγει η διατύπωση του αιτήματος. Οι νεφελώδεις και αλατισμένες με ποίηση διακηρύξεις για την «λάβα της οργής των νέων» είναι χρήσιμες στη λογοτεχνία, αλλά δεν βοηθούν την πολιτική, η οποία πάντα καταλήγει στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων.
«Εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές» γράφουν κάποια πανό, και αυτό το σύνθημα μεταμφιέζεται σε επιχείρημα στον δημόσιο διάλογο. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει κάποιος είναι, γιατί το ένα να αποκλείει το άλλο.
Το πρώτο βήμα για την επίλυση ενός προβλήματος είναι η ακριβής περιγραφή του. Οταν στη συζήτηση κυριαρχούν οι ανερμάτιστες μεταφορές, όχι μόνο δεν βρίσκουμε άκρη, αλλά απλώς σωρεύουμε προβλήματα.
Υπάρχει μια σχιζοφρενική στάση της διαμαρτυρίας σε σχέση με τις δημόσιες υποδομές. Από τη μια διαμαρτυρόμαστε (και ορθώς) ότι δεν είναι αρκετές και από την άλλη, καταστρέφουμε εκείνες τις λίγες που υπάρχουν.
Ακομη και η εξέγερση ενάντια σε άδικους νόμους πρέπει να έχει τους κανόνες της.
Συγκλονιζόμαστε πολύ και κανείς δεν έχει τον χρόνο να κάνει σωστά τη δουλειά του. Αν αλλάζαμε λίγο κάθε φορά που συγκλονιζόμαστε πολύ, σίγουρα δεν θα φτάναμε ώς εδώ.
Η ελληνική κοινωνία είναι σε φάση μετάβασης, όπως θα έγραφε ο Τόμας Κουν, σε φάση «κλονισμού της φυσιολογικής δραστηριότητας» αφήγησης του κόσμου. Γι’ αυτό κάθε εξήγηση είναι δεκτή. Αλλά ταυτοχρόνως πρόωρη και μερική.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, και μόνο αυτή, μας λέει ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος άφησε το Κυπριακό σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που το παρέλαβε.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κοινωνία οφείλεται και στο έλλειμμα σοβαρότητας στον διάλογο. Κατ’ αρχήν ισοπεδώνονται τα πάντα και τα αντίθετά τους. Δεν λύνεται τίποτε ή χειρότερα: οι λύσεις γίνονται ακραίες και επιδεινώνουν τα προβλήματα.
Η αυτοκριτική του πρωθυπουργού, αν και αργοπορημένη, ήταν καλή. Αν θέλει όμως να αποδείξει ότι την εννοεί πρέπει να προχωρήσει. Μέχρι να λάμψει όλη η αλήθεια.
Πώς απάντησε η Πολιτεία στο φουσκωμένο κύμα οργής; Στον πραγματικό κόσμο το είδαμε στις τηλεοράσεις. Στον κυβερνοχώρο απάντησε με το fonitonmathiton@ypepth.gr
Στην κατάσταση που φτάσαμε ουδείς είναι αθώος. Ειδικά οι γυαλιστεροί της τηλοψίας. Το να φορτώνουμε, όμως, όλη την ενοχή στους πολιτικούς δεν είναι απλώς άηθες. Είναι και αντιπαραγωγικό.
Μια διαχρονική παθογένεια της κυβέρνησης είναι ότι δεν έχει λύσεις, αλλά έχει δικαιολογίες.
Η διατήρηση της τάξης σε μια δημοκρατική χώρα είναι πολύ ευαίσθητη υπόθεση. Απαιτεί μεγάλη και συνεχή προσπάθεια.
Δηλαδή, μετά την «ασύμμετρη απειλή» στα δάση, υπάρχει και η απειλή της ασύμμετρης Αριστεράς στις πόλεις;
Η πολιτική τελικά εκδικείται. Το ίδιο και η απουσία της. Οταν δεν αντιμετωπίζεις τα προβλήματα με διαρκή σχεδιασμό και συνεχείς παρεμβάσεις, αυτά διογκώνονται κάτω από το χαλί της τηλεόρασης.
Τα σημάδια της έντασης που ζούμε σήμερα τα είχαμε από νωρίς. Μόνο που δεν χαράχτηκαν εγκαίρως πολιτικές ώστε αυτή να μην ξεσπάσει. Η κυβέρνηση ακόμη και σε θέματα δημόσιας τάξης λειτούργησε με μόνο καημό την επικοινωνία.
Πόσο διαφορετικός όμως θα ήταν ένας «ψημένος» Καραμανλής που θα είχε διοικήσει τουλάχιστον ένα υπουργείο και θα ήξερε την πολυπλοκότητα της πολιτικής δράσης;
Eνας από τους παλιούς καημούς της παραδοσιακής Αριστεράς είναι η «Αλλαγή». Μπορεί οι ίδιοι να μην άλλαξαν ποτέ, αλλά απαιτούν να αλλάξουν όλοι οι άλλοι.
