Δυστυχώς, σ’ αυτή την ζωή δεν υπάρχει ο «άλλος κόσμος», ο χλοερός, «ένθα απέδρα πάσα οδύνη και στεναγμός».
… και την παλάμη ανοιγμένη!
Οι κυβερνήσεις πέφτουν μα το πελατειακό κράτος έχει συνέχεια.
Φωνάζουν όλοι ότι η χώρα πάει στα βράχια, αλλά κάποιοι στην κυβέρνηση επιμένουν ότι ο κόσμος πάει ανάποδα.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κυβέρνηση δεν χρειάζεται μόνο χρόνο. Χρειάζεται και λεφτά.
Η κατανάλωση μιας κοινωνίας δεν εξαρτάται από τη βούληση, αλλά από την παραγωγή της…
Η πρόταση όλων των εταίρων -από τον Σόιμπλε μέχρι τον Ρέντσι, και μέχρι τον Ολάντ- είναι ενιαία: Εφαρμόστε τα συμφωνηθέντα και μιλάμε για τα υπόλοιπα.
Την ώρα που η Ευρώπη πραγματικά αλλάζει κι όλοι εκμεταλλεύονται το κύμα του φθηνού χρήματος που προσφέρει η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, στην Ελλάδα κάνουμε διαδηλώσεις.
…εξαγγέλλουν τα πάντα, επί παντός και για τους πάντες χωρίς μελέτη και περίσκεψη.
Aν στα μαύρα χρόνια της Δεξιάς οι αγωνιστές αθωώθηκαν, κατά την «πρώτη φορά Αριστερά» μπορεί να τους εκδικαστεί και καμιά σύνταξη αντιστασιακού.
Η αντιπολίτευση πρέπει να γίνει σε βάση αρχών και ουχί με γινάτια· κάτι βεβαίως που προϋποθέτει να υπάρχουν αρχές.
Θα μπορούσε να δώσει πολλά αριστερά δείγματα γραφής η νέα κυβέρνηση. Προτίμησε τα λαϊκιστικά και γι’ αυτό θα αποτύχει δεξιά.
Δυστυχώς για τη Ν.Δ., η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα.
Η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει γρήγορα έναν έντιμο συμβιβασμό.
Αν επί καπιταλισμού το χτίσιμο των πρυτάνεων ήταν δικαίωμα, τώρα επί σοσιαλισμού θα γίνει υποχρέωση των φοιτητών.
Ας ελπίσουμε ότι η χώρα δεν θα συνθλιβεί για μια ακόμη φορά ανάμεσα στους αργοκίνητους και βαρείς τροχούς της Ιστορίας.
Μοιάζει με ελληνικό ανέκδοτο το γεγονός ότι στο εγχείρημα «πρώτη φορά Αριστερά», ο κ. Τσίπρας προέκρινε για συνεταίρο του, τον δεξιότερο της Ν.Δ. κ. Πάνο Καμμένο.
Το ερώτημα για τη Ν.Δ. είναι «τι θέλει να γίνει τώρα που μίκρυνε;»
Η ιστορία δεν συμβαίνει μονομιάς. Είναι οι μικρές αποφάσεις – ακόμη και αυτές που μπορεί να μοιάζουν ορθολογικές, που πολλές φορές οδηγούν στον μεγάλο παραλογισμό…
Η Ευρώπη μπορεί να αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία.
