Αξίζουν έπαινοι, διότι το κράτος έπαψε να λειτουργεί σαν τον ανεύθυνο υπερτυχερό του ΛΟΤΤΟ και αποφάσισε να μάθει, επιτέλους, τι έχει. Το παράδοξο είναι πως λειτουργεί τόσα χρόνια χωρίς αυτή τη στοιχειώδη γνώση.
Οι περισσότεροι επικεφαλής των ΔΕΚΟ δεν κρίνονται ανά διετία. Πρέπει να κρίνονται καθημερινά από την τιμή της μετοχής της επιχείρησης που διοικούν.
Οι απολύσεις λειτουργούν σαν καμπανάκι που μας ξυπνούν από τον αυτάρεσκο λήθαργό μας, που θέλουν την ελληνική οικονομία να είναι σαν την Ελλάδα: Ποτέ να μην πεθαίνει.
Εργαζόμενοι κι εργοδότες (ακόμη κι αν αυτοί είναι διοικητές των ΔΕΚΟ) είναι μεγάλα παιδιά και μπορούν να τα βρουν μόνοι τους χωρίς την παρέμβαση του κράτους πατερούλη.
Η διαφθορά θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά, γιατί πληρώνει καλύτερα. Μία μόνο λύση υπάρχει. Να μειώσουμε τις ευκαιρίες για διαφθορά. Να αποκρατικοποιήσουμε, όσο το δυνατόν ταχύτερα, όσα περισσότερα μπορούμε.
Οι βουλευτές δεν μπορούν και δεν πρέπει να συνδιοικούν τράπεζες ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας. Οι εθνικοί ή κοινωνικοί στόχοι πρέπει να εξυπηρετούνται αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό.
Το νομοσχέδιο για τα μισθολογικά των ΔΕΚΟ μπορεί να θεωρείται αναγκαίο για την επιβίωση αυτών των εταιρειών, δεν είναι όμως επ’ ουδενί φιλελεύθερο.
Η σοβαρότητα μιας κυβέρνησης πρέπει να είναι αντιστρόφως ανάλογη της δημοτικότητας του υπουργού Οικονομικών της.
Η συζήτηση για την οικονομία πρέπει να γίνει βαθύτερη και πιο συγκεκριμένη. Όλοι υπερθεματίζουν τη μείωση του κράτους, αλλά κανείς δεν εξηγεί τι ακριβώς εννοούν και πώς θα επιτευχθεί αυτή…
Είτε η σύνοδος των υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε. (ECOFIN) αποδεχθεί την τιτλοποίηση των ληξιπρόθεσμων χρεών είτε όχι οι δομικές ανάγκες της οικονομίας που δημιουργούν την ανάγκη τιτλοποιήσεων παραμένουν.
Κανείς δεν γνωρίζει αν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα είναι καλό για τη χώρα. Έτσι κι αλλιώς, δεν συζητήθηκε ποτέ. Απλώς υβρίζεται.
Η ΕΣΥΕ πρέπει να γίνει ανεξάρτητη αρχή, έτσι ώστε να απεγκλωβιστούμε από την αντιπαραγωγική συζήτηση περί «μαγειρέματος των στοιχείων» και να μπούμε στα ουσιαστικά ζητήματα.
Πρέπει να ξαναδούμε την αγορά εργασίας από την αρχή. Η εμμονή σε δόγματα που είναι νεκρά γράμματα δεν βοηθάει καν τους εργαζομένους.
Δύο μόνο πολιτικοί προέβαλαν άμεσους εθνικούς κινδύνους ως αντεπιχείρημα για την ιδιωτικοποίηση της «Ολυμπιακής». Πρώτος ήταν ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης και δεύτερος ο κ. Αλέκος Αλαβάνος.
Ας πάρει όποιος θέλει την «Ολυμπιακή». (Aλήθεια! Οι εργαζόμενοι που βλέπουν τόσες προοπτικές για την εταιρεία τους γιατί δεν τη θέλουν;) Aρκεί να μην επιβαρύνεται ο Έλληνας φορολογούμενος. Ούτε άμεσα. Ούτε έμμεσα.
Έχει στηθεί μια ολόκληρη παραφιλολογία περί την «Ο.Α.», που εμπεριέχει λίγο συναισθηματισμό, πολλά παρελθόντα νούμερα και περισσότερες λογικές ακροβασίες.
Aν «διατηρηθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της O.A. το πρώτο ερώτημα είναι: τι μας εξασφαλίζει ότι και οι επόμενοι ή οι μεθεπόμενοι δεν θα είναι κακοδιαχειριστές; H καλή τους ψυχή; H Aριστερή τους συνείδηση;
Yποτίθεται ότι o δημόσιος διάλογος γίνεται για να κατατεθούν κάποιες απόψεις και προτάσεις, ώστε συντιθέμενες να βρεθεί η βέλτιστη λύση στο πρόβλημα. Mε την ακύρωση δια της συνωμοσιολογίας αυτού του εργαλείου μονίμως οδηγούμαστε σε χείριστες λύσεις.
Όλοι αυτοί που σηκώνουν τις σημαίες του «εθνικού» για την «Oλυμπιακή» περιμένουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να πληρωθούν γι’ αυτό. Eίτε σε ψήφους, αν είναι πολιτικοί, είτε σε αργομισθίες αν είναι συνδικαλιστές.
Αν δεν υπήρχε το Κολέγιο των Επιτρόπων της Ε.Ε., θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Κάποιος επιτέλους έπρεπε να προστατεύσει την τσέπη μας, αφού οι δικοί μας πολιτικοί υπολόγισαν πρώτα το πολιτικό κόστος.
