Τα προβλήματα στη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας άρχισαν πριν από το 2004, τότε που το κόμμα έπρεπε να ανασυγκροτηθεί όχι απλώς ως εκλογικός μηχανισμός, αλλά ως ένας ώριμος ιδεολογικά χώρος, που διαβάζει και συζητά για τις μεγάλες προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει.
Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει ελπίδα. Οχι γιατί έχασε με 4,35%, αλλά γιατί συνεχίζει να διαβάζει το ποσοστό με τον παλιό τρόπο, με τα γυαλιά της επικοινωνίας.
Υπάρχουν πολλές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης που έγιναν μπούμερανγκ.
Η σιωπή για όσα στραβά γίνονται σε περίοδο κρίσης μιας διακυβέρνησης, μοιάζει να είναι καλό. Και ίσως βραχυπρόθεσμα να είναι βολικό. Μακροπρόθεσμα όμως διαχέει τις ευθύνες ολίγων σε ολόκληρη την παράταξη.
Τα σκάνδαλα βαρύνουν εκείνα τα στελέχη της κυβέρνησς που τα έκαναν. Η κεντροδεξιά κινδυνεύει να αμαυρωθεί από την διαχείριση των σκανδάλων την επόμενη μέρα.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς χτίζεται τηρώντας το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, ακόμη και τους άγραφους κανόνες της πολιτικής διαδικασίας.
Το αιφνιδιαστικό κλείσιμο του Κοινοβουλίου προκαλεί βαθύτερη θεσμική πληγή από εκείνη που διαχρονικά προκαλούν οι παραγραφές των σκανδάλων.
Αν το νόμιμο είναι και ηθικό, τότε το θεωρητικώς νόμιμο παραμένει ηθικό;
Είναι σταγόνα σπατάλης η παρισινή εκδρομή του κ. Στυλιανίδη και της συζύγου του. Αποκαλύπτει, όμως, νοοτροπίες και τα «μέτρα» που υποτίθεται ότι ελήφθησαν για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών.
Υπάρχει λόγος να σπαταλούν οι εργαζόμενοι περισσότερες ώρες ημερησίως για να γίνει το χατίρι μιας συντεχνίας;
Μπορεί δύο αρνήσεις να μας κάνουν μια κατάφαση, αλλά η αντιπολίτευση της αντιπολίτευσης δεν συνιστά διακυβέρνηση.
Το πρόβλημα αυτής της κυβέρνησης δεν ήταν ούτε ο θρυλούμενος νεοφιλελευθερισμός της, ούτε ο κρυφός σοσιαλισμός της. Ηταν ο συντηρητισμός της.
Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση έχει τη βούληση να δει ψύχραιμα την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε και επιπλέον αν νιώθει ότι έχει τον χρόνο για εκείνους τους μικρούς βηματισμούς που θα αποδώσουν μακροχρόνια.
Αυτονόητο σε μια δυτική χώρα είναι να υπάρχουν αληθή στατιστικά στοιχεία ώστε να περιγράφεται με ακρίβεια το πρόβλημα και το μέγεθος της κρίσης.
Η ψευδεπίγραφη συναίνεση είναι ένα επικοινωνιακό κόλπο της κυβέρνησης για να μοιράσει το κόστος της αποτυχίας της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι oι αντιθέσεις που δεν επιλύονται στη Βουλή καταλήγουν να γίνονται συγκρούσεις στους δρόμους.
Η διαρκής επίκληση της κυβέρνησης για συναίνεση είναι άλλοθι απραξίας. Δεν θέλει να κάνει τίποτε, διότι θα έχει πολιτικό κόστος, και επιζητεί να την χειροκροτούμε γι’ αυτό.
Ο επικοινωνισμός ως πολιτική έχει πάντα κοντά ποδάρια. Μόνο που άρχισε να γίνεται επικίνδυνος, όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών.
Κυρίαρχη είναι η κακομοιριά να δείχνουν όλοι με το δάχτυλο τους υφισταμένους τους. Ο πρωθυπουργός «οργίζεται» και δείχνει τους υπουργούς του, οι υπουργοί «δυσφορούν» και δείχνουν τα στελέχη του τομέα ευθύνης τους και τα στελέχη δείχνουν τους υπαλλήλους που πυροβόλησαν ή δεν πυροβόλησαν.
Ενας πρωθυπουργός διαβάζοντας εφημερίδες θα μπορούσε να δει ότι το χρυσοπληρωμένο σύστημα ασφάλειας της χώρας (πυροσβεστική, αντιτρομοκρατική, σωφρονιστικό σύστημα) σταδιακά αποδιαρθρωνόταν.
Ο κ. Καραμανλής έπεσε θύμα της ίδιας της ρητορικής του. Εκανε στην Κ.Ε. του Σεπτεμβρίου μια καλή επικοινωνιακή κίνηση: χρησιμοποιώντας για τους «αντάρτες» δραματικούς τόνους συγκίνησε τα στελέχη του, αλλά δημιούργησε 151 δυνάμει «θέματα» στην κυβέρνηση.
