Πολιτικοί θέσεων και πολιτική αρχών…
Οι διακυμάνσεις στην ανάπτυξη (-9% το 2020, +7% εκτιμάται το 2021) δείχνουν το εύθραυστο μιας οικονομίας που εξακολουθεί να στηρίζεται στην κατανάλωση.
Η χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας του 2009 οδήγησε την ελληνική κοινωνία σε αναστοχασμό, αφού προηγήθηκαν τα πέντε στάδια του πένθους.
Στο αίτημα της αγοράς για προφητείες, τα ΜΜΕ δεν απάντησαν με το ταπεινό «δεν ξέρουμε», και στον γιγαντωμένο και χειμαζόμενο κλάδο των σφυγμομετρήσεων οι δημοσκόποι δεν είπαν «συγγνώμη, δεν μπορούμε».
Ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος ψάχνει για εναλλακτικές πολιτικές.
Οι ανεμβολίαστοι δημιουργούν εξωτερικότητες που καταλήγουν σε ασφυξία του ΕΣΥ και δυσβάσταχτο κόστος. Δεν πρέπει να αναλάβουν και αυτοί –έστω μέρος– των δαπανών που προκαλούν;
Η σχέση της ερευνητών με τα μέσα ενημέρωσης είναι μια ακόμη πονεμένη ιστορία.
Αν δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες, μια τέτοιας ευρείας γκάμας λογοκριτική νομοθεσία θα χρησιμοποιηθεί για να φιμωθεί οποιαδήποτε κριτική στην κυβέρνηση.
Όταν ακούμε πλέον κάποιον να μιλάει για «συστημικά ΜΜΕ», δεν ξέρουμε αν πρόκειται για αριστερό «επαναστάτη» ή ακροδεξιό αντιεμβολιαστή.
Κάθε πανδημία είναι δύσκολη για το σύνολο της ανθρωπότητας και έχει βαρύ κόστος. Για τούτη εδώ, όμως, υπάρχουν και κάποιοι λόγοι αισιοδοξίας.
Από τη φρενίτιδα «όλα είναι προσωπικά δεδομένα», διολισθαίνουμε στο «τίποτε δεν είναι προσωπικό δεδομένο».
Αυτό που όλοι οι αρμοί του συστήματος απεργάζονται, είναι η προ του 2009 κανονικότητα.
Με τους ανεμβολίαστους τι γίνεται; Τους απαγορεύουμε να μπουν σε καφετέριες και τους πληρώνουμε ως απογραφείς για να μπαίνουν στα σπίτια των ευπαθών;
Όπως έχει διαμορφωθεί το σύστημα των εξετάσεων η αποστήθιση είναι προαπαιτούμενο και η παπαγαλία κανόνας.
Οι «απόψεις κάθε ανθρώπου είναι σεβαστές» στον βαθμό που εξυπηρετούν το εθνικό, ταξικό, κομματικό μας αφήγημα. Σε αντίθετη περίπτωση ούτε η προσωπικότητα του άλλου δεν είναι σεβαστή.
Το κράτος δεν μπορεί, αντί να προστατεύει τους επιμελείς, να αμολήσει 40.000 πιθανούς φορείς στην κοινωνία για να διασπείρουν τον ιό.
Οι επιδόσεις των σχολείων –έστω στην παπαγαλία– είναι τα μόνα αξιόπιστα δεδομένα που μπορούμε να έχουμε για την κατάσταση του υπαρκτού ελληνικού σχολειού.
Η «long antimemorandum syndrome» άφησε συμπτώματα κόπωσης, γνωστικής δυσλειτουργίας για χρόνια μετά τη μόλυνση.
Όταν οι τοπικοί σύλλογοι γράφουν γλωσσολογία, έχοντας μάλιστα τη μεγάλη σφραγίδα του υπουργείου Πολιτισμού, γιατί να μην γράφουν την ιστορία τα δημοτικά συμβούλια;
Ας προσπεράσουμε τις αντιεπιστημονικές απόψεις ότι «άλλο η εκκλησία κι άλλο τα κομμωτήρια…», διότι ο ιός δεν κάνει πνευματικές διακρίσεις.
