Το ζήτημα της υπερπροβολής -που πραγματικά έγινε στον κ. Παπανδρέου- δεν είναι πρωτίστως πρόβλημα διαπλοκής, αλλά ορθής διαχείρισης της δικής μας περιουσίας, της περιουσίας των πολιτών.
Οι εκλογές ποτέ δεν ήταν περίπατος. Μπορεί να έμοιαζε τέτοια. Μπορεί κάποιοι αφρόνως να διακινούσαν υπέρμετρη αισιοδοξία. Όλες οι Κυριακές των εκλογών είναι δύσκολες μέρες. Για όλα τα κόμματα.
Αλλάζουν πολλά στη χώρα με αυτές τις εκλογές. Μόνο οι τυφλοί και οι παραδοσιακοί Αριστεροί δεν το βλέπουν. Οι δεύτεροι βλέπουν «βαθιά αντιδραστικές τομές» που ετοιμάζουν τα δύο κόμματα.
Ο Γ. Παπανδρέου ανοίγει φιλελεύθερη ατζέντα για συζήτηση. Η Νέα Δημοκρατία πρέπει να τον προλάβει. Να καταθέσει χωρίς φόβο και πάθη ακόμη πιο ριζοσπαστικές, πιο φιλελεύθερες απόψεις.
Κάποτε υπήρχε το μπαλκόνι και οι λέξεις-συνθήματα των αρχηγών που χωρούσαν στους ξύλινους τίτλους των εφημερίδων. Σήμερα υπάρχει η τηλεόραση. Η πολιτική πρέπει να είναι τηλεοπτική…
Άσχετα από τις προθέσεις του κ. Σημίτη για τη διαδοχή, υπάρχουν κάποια απτά αποτελέσματα. Αυτή καθαυτή η διαδικασία βάζει κάποια νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή του τόπου.
Η πολιτικολογία ξαναμπήκε στα καφενεία και στις γιορτινές συνάξεις. Όχι βέβαια για την ουσία της πολιτικής, ούτε για τα προγράμματα (αυτά πολλοί τα επικαλούνται κι ελάχιστοι ασχολούνται) αλλά για την παραπολιτική.
Όταν όλη η κοινωνία στρέφεται σε πιο φιλελεύθερες απόψεις, είναι απορίας άξιον γιατί η Ν.Δ. δεν περιφρουρεί το τέρμα της. Ο φιλελεύθερος χώρος είναι δικός της. Γιατί τον χαρίζει στους αντιπάλους;
Μόλις σβήσουν τα φώτα της διαδοχής θα βγουν στον αέρα όλες οι δομικές αντιφάσεις που κουβαλά το ΠΑΣΟΚ.
Αν όλα σ’ αυτόν τον τόπο γίνονται από τους Αμερικανούς γιατί να πει στον κόπο να ψηφίσει κάποιος; Γιατί να παλέψει για κάτι; Δεν θα αρκούσε μια απλή αίτηση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ;
Για να απαντηθεί το ερώτημα «που πάνε οι Έλληνες;» πρέπει πρώτα να σκεφθούμε που ήταν οι Έλληνες. Zούσαμε σε μια φιλελεύθερη κοινωνία που ξαφνικά πήρε ανάποδες;
Όταν η τηλεόραση ανακαλύπτει την ύπαιθρο το ρεπορτάζ είναι συγκεκριμένο. Βαθιά φωνή, γεμάτη συγκίνηση, στερεότυπα και κινδυνολογία. Κι ένα μόνιμο ερώτημα: «τι κάνει το κράτος;»
Ξεσάλωσαν για μια ακόμη φορά οι αμερικανοί κωμικοί. Αφορμή ήταν η σύλληψη του πρώην δικτάτορα του Ιράκ Σαντάμ Χουσεϊν.
Η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν φοβάται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Τη σύγκρισή τρέμει. Τη βολή τους δεν θέλουν να χάσουν οι πανεπιστημιακοί και γι’ αυτό πολεμούν τα μη κρατικά ΑΕΙ.
Για μια ακόμη φορά το τεράστιο θέμα των δηλώσεων Θεοδωράκη συζητείται αποκλειστικά εντός της Αριστεράς. Κι αυτό μπορεί να εξηγεί την ιδεολογική της κυριαρχία στον τόπο…
Φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να υβρίζουν οι πολιτικοί τις εφημερίδες -καλυπτόμενοι από την βουλευτική ασυλία- και να μην μπορούν να απαντήσουν οι δημοσιογράφοι.
Εμφανίζεται το εξής παράδοξο: όσο περισσότερο προωθούν την τσόντα διάφορες εφημερίδες και κανάλια, τόσο περισσότερο ανησυχούν για την έκπτωση των αξιών από την τσόντα των άλλων.
Το πολύ γαρ της θλίψης γεννά «κοινοτισμό». Είναι κατανοητή η πίκρα της Αριστεράς για την ήττα, αλλά πρέπει να γυρίσουμε στα κατακάθια της ιστορίας για εναλλακτικές προτάσεις;
Για το 2,7% που εμφανίζει ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑ.Ο.Σ.) ποιος νοιάζεται; Ανησυχεί κανείς γι’ αυτή την έρπουσα άνοδο του κόμματος του κ. Γιώργου Καρατζαφέρη;
Υπήρξαν δύο ειδών αντιδράσεις από τους εμπλεκόμενους στη δίκη μετά την ανάγνωση της ετυμηγορίας.
