Ανόητη και επιζήμια για την χώρα η καομματικοποίηση των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Οι ατυχείς επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, το κακό σπυρί της πολιτικής ασθένειας που δέρνει (και) το κόμμα της «ριζοσπαστικής αριστεράς».
Στην Ελλάδα η εκλογολογία φουντώνει με κάθε ευκαιρία πιθανώς επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να κουβεντιάσουμε τα σοβαρά.
Πριν καν εφαρμοστεί ο Καλλικράτης τον αλλάζουν για μικροπολιτικές σκοπιμότητες.
Το ήθος είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη της ενάρετης διαχείρισης.
Το ελληνικό σύστημα προκρίνει την οπισθοδρόμηση, επειδή ο λαϊκισμός έχει εύκολο αντίπαλο κάθε αλλαγή, η οποία εκ της φύσεως της ενέχει ρίσκο.
Το πρόβλημα λοιπόν με τον κ. Τσίπρα δεν είναι ότι αντιγράφει τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά ότι δεν έμαθε αυτά που κατάλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν είδε το 1985 τη χρεοκοπία με τα μάτια του.
Μια πρόταση για τις υπερεξουσίες του πρωθυπουργού.
Τα απλοϊκά αναλυτικά εργαλεία που συνοψίζονται σε συνθήματα του τύπου «ή εμείς ή αυτοί» δεν οδηγούν πουθενά.
Στην Ελλάδα ακόμη και στους αγώνες υπάρχει έλλειμμα οργάνωσης και πλεόνασμα μαγκιάς.
Δήμοι, ΜΚΟ και οργανώσεις πολιτών, πρωταγωνιστές στην αντιμετώπιση των επισιτιστικών προβλημάτων.
Οχι πως ξεκίνησαν οι Δεξιοί να διαβάζουν, απλώς σταμάτησαν και οι Αριστεροί.
Το συγκεντρωτικό κράτος αποδείχθηκε σπάταλο και αναποτελεσματικό. Απλώς τώρα, που λεφτά δεν υπάρχουν, φαίνεται πιο πολύ και είναι τραγικό.
Σύμφωνα με τους παλαιοκομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ, η χώρα δεν μπορεί να έχει άλλο στόχο παρά μόνο την απομόνωση.
Το πολιτικό αδιέξοδο της χώρας είναι ότι η αντιπολίτευση είναι μια χειρότερη εκδοχή της κυβέρνησης.
Ο βαθύς παραλογισμός με τον οποίο μπόλιασε κάθε οργανωμένο θύλακα της κοινωνίας ο ανερμάτιστος αριστερισμός.
Το βασικό πρόβλημα που έχει ένα μεγάλο κομμάτι του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι μεγάλωσε πολιτικά με μεσσιανικές αντιλήψεις για τον κόσμο.
Πρέπει να θεωρήσουμε ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η συνισταμένη οικονομική σκέψη του ΣΥΡΙΖΑ έφτασε μέχρι τη δεκαετία του ’80.
Περίκλειστοι σε κόκκινες γραμμές του λαϊκισμού (νομίζοντας μάλιστα πως είμαστε οχυρωμένοι) οδεύουμε στην επόμενη καταστροφή.
Οι επαναστατημένοι δεν μπορούν να εκτονώσουν τη «δίκαιη οργή τους» κάθε φορά που οι δικαστικές αρχές επιχειρούν να διαλευκάνουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά το τίμημα πληρώνουν όλοι οι κάτοικοι αφού τους στερείται το αγαθό της ασφάλειας.
