Τη ρητή εντολή του Αποστόλου Παύλου υπερέβη ουκ ολίγες φορές ο Αρχιεπίσκοπος. Οι πλείστες όσες παρεμβάσεις του στην πολιτική προσέβαλαν και την ακριβοδίκαια μοιρασιά του Ιησού στον Καίσαρα και τον Θεό.
Η μυθιστορία ενός πολιτικού σκανδάλου, που πιθανώς να ταλάνιζε κάποιο απομακρυσμένο κρατίδιο της Αφρικής…
Γνώμονας κάθε δημοσιογράφου και αποκλειστικό κριτήριο ελέγχου του πρέπει να είναι μόνον η αλήθεια και όχι τα αποτελέσματά της.
Οποτεδήποτε κάποιος έθετε τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και μιλούσε για φαινόμενα διαφθοράς στην Ιεραρχία, πάντα αντιμετώπιζε τον σπίλο ότι είναι ενεργούμενο σκοτεινών δυνάμεων.
Μπορεί το σοκ από τις αποκαλύψεις να είναι μεγάλο, αλλά, αν δεν υπήρχαν αυτές, η σήψη θα προχωρούσε βαθύτερα μέχρι διάλυσης της εκκλησίας.
Όταν ο (δικαίως ή αδίκως) κρινόμενος Αρχιεπίσκοπος είναι ταυτόχρονα κριτής, ή έστω επισκιάζει λόγω της θέσης του την διαδικασία κρίσης, στην εκκλησία θα μείνει μια άδικη σκιά ότι και πάλι «τα πράγματα κουκουλώθηκαν».
Όταν ιεράρχες πιπιλίζουν ότι στόχος είναι η «αυτοκάθαρση» και ταυτόχρονα ψεύδονται ασυστόλως ενώπιον Θεού κι ανθρώπων πρέπει να είμαστε σίγουροι πως και η «αυτοκάθαρση» ψέμα θα είναι.
Με βάση κάποιες υπαρκτές δεοντολογικές ασχήμιες κινδυνεύουμε να υποστούμε και πάλι συνολικές απαγορεύσεις που θα πλήξουν την ελευθερολογία.
Η δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει εδώ. Το κακό σπυρί έσπασε και η εκκλησία θα καθαρθεί μόλις φύγει όλο το πύον της πληγής που δολίως μαζεύτηκε όλα τα προηγούμενα αμαρτωλά χρόνια.
Αν ερμηνεύσουμε κατ’ απόλυτο τρόπο το άρθρο 19 του Συντάγματος και απαγορεύσουμε την μετάδοση των υποκλαπέντων συνομιλιών, έχουμε προληπτική λογοκρισία, η οποία απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 14 του ίδιου Συντάγματος.
Αυτή η ραγδαία απαξίωση των θεσμών δημιουργεί κενό αξιών το οποίο κάλλιστα μπορεί να καλυφθεί από εύπεπτα όσο κι επικίνδυνα ιδεολογήματα, ή από λαϊκισμούς κάθε είδους και απόχρωσης.
Στην Ελλάδα σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο της ηθικής ανάτασης που έζησαν οι ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Όλα δείχνουν ότι βαδίζουμε στην ίδια ηθικολογική υπεραντίδραση μέχρι να βρούμε τον ίσιο δρόμο.
Σε ότι αφορά το «πόθεν έσχες» όσων διαχειρίζονται εκκλησιαστικό χρήμα, ή διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα και ανήκουν στην εκκλησία, έχει επέλθει πλήρης διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.
Υπάρχει μια φιλολογία ότι έπρεπε να υπάρξει επεξεργασία της λίστας πριν ανέβει στο δικτυακό τόπο της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Γιατί; Το κάνουμε αυτό σε άλλες δημόσιες αναφορές που δημοσιεύουμε; Πριν δημοσιεύσουμε τα στοιχεία του προϋπολογισμού τα επεξεργαζόμαστε;
Το μόνο πρόβλημα που προκύπτει από την δημοσιοποιηθείσα λίστα είναι οι ελλείψεις της. Η συμπλήρωσή της πρέπει να είναι αίτημα όλων των δημοσιογράφων. Όχι η αποσιώπηση. Παρά το γεγονός ότι το θέμα άνοιξε πρόχειρα, είναι ευκαιρία να συνεχιστεί με σοβαρότητα.
Οι περισσότεροι απ’ όσους εργάζονται στον δημόσιο τομέα δεν κάνουν κάτι το επιλήψιμο. Το γεγονός όμως ότι οι δύο κύκλοι -κράτος και δημοσιογραφία- τέμνονται σ’ αυτή την έκταση είναι εξαιρετικά ανησυχητικό.
Το ποιοι, εργάζονται στο δημόσιο ανήκει στη δημόσια σφαίρα πραγμάτων διότι οι πολίτες οφείλουν να ξέρουν ποιοι, πως και με πόσα σιτίζονται από τους ίδιους. Εάν τηρηθεί το απόρρητο είναι σαν να απαγορεύουμε στον εργοδότη -στην προκείμενη περίπτωση τον ελληνικό λαό- να ξέρει ποιους προσλαμβάνει και γιατί.
Erratta: O “νόμος του Γκρίσαμ” δεν είναι τελικά του Γκρίσαμ.
Το μέγιστο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να πιστέψουμε ότι η διαφθορά είναι γενικευμένο πρόβλημα. Όπως και να πιστέψουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή είναι ελάχιστοι οι διεφθαρμένοι.
Η διαφθορά είναι σύμφυτη των ανθρωπίνων πραγμάτων. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Σ’ αυτό που διαφέρουν οι πραγματικές δυτικού τύπου δημοκρατίες είναι στο πως αντιμετωπίζουν τα θλιβερά αυτά φαινόμενα.
