Η συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου ήταν επικοινωνιακά άριστη. Περίπου, Ανδρεοπαπανδρεϊκή. Μετά δακρύων δήλωσε «mea culpa» για τα μικρά αμαρτήματα και απέφυγε, χωρίς μεγάλο κόπο, να απαντήσει στα μεγάλα. Το πρόβλημα όμως, είναι ότι χρησιμοποίησε πολλά ψεύδη για να καλύψει την προηγούμενη πολιτεία του. Κι αυτά κάνουν μεγαλύτερη ζημιά στην Εκκλησία από την προηγούμενη πολιτεία του.
Κάθε εμπλοκή της εκκλησίας με την κοσμική εξουσία δημιουργεί ποικίλα προβλήματα. Καταρχήν τρέφει διαφθορά. Σε αγώνες εξουσίας ποτέ δεν κυριαρχούν οι αγνότεροι και οι πιο πνευματικοί άνθρωποι. Συνήθως τα καταφέρνουν οι πιο καπάτσοι.
Η «Αυριανή» ξεδίπλωσε ενώπιον του ελληνικού λαού το σατανικό σχέδιο, που σκοτεινά κέντρα εξυφαίνουν κατά του Αρχιεπισκόπου, της Ορθοδοξίας και του Έθνους -μ’ αυτήν την αξιολογική σειρά.
Το άφρον παιχνιδάκι με την κοσμική εξουσία, που τόσο πιστά και ανεξέλεγκτα ο Αρχιεπίσκοπος έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια τελικά θα το πληρώσει η Ελλάς.
Η αλαζονεία των Ιεραρχών με το σλόγκαν «Η Εκκλησία είμαστε εμείς» κι όποιος στηλιτεύσει εμάς χτυπάει την Εκκλησία διόγκωσε τα φαινόμενα της σήψης.
Όσο οι Μητροπόλεις παραμένουν ανέλεγκτες από «κλήρο και λαό», θα μετατρέπονται διαρκώς σε «θερμοκήπια αθλιοτήτων».
Χαμένοι στη μετάφραση, οι Έλληνες έκαναν την «4η τάξη» «4η εξουσία», κι αυτό στη διάρκεια του χρόνου έχει σοβαρές επιπτώσεις.
Η αυτοκριτική του Αρχιεπισκόπου πρέπει να εκληφθεί ως προπέτασμα καπνού για να μείνει αδιατάρρακτο ένα σύστημα που γεννά σήψη. Στον «κλήρο και το λαό» ο Μακαριώτατος επιφυλάσσει ρόλο …γνωμοδοτικό.
Η δημοσιογραφία στην επόχή του μεταμοντερνισμού.
Τρία προβλήματα δεοντολογίας που πρέπει να λύσουμε στο άμεσο μέλλον.
Τη ρητή εντολή του Αποστόλου Παύλου υπερέβη ουκ ολίγες φορές ο Αρχιεπίσκοπος. Οι πλείστες όσες παρεμβάσεις του στην πολιτική προσέβαλαν και την ακριβοδίκαια μοιρασιά του Ιησού στον Καίσαρα και τον Θεό.
Η μυθιστορία ενός πολιτικού σκανδάλου, που πιθανώς να ταλάνιζε κάποιο απομακρυσμένο κρατίδιο της Αφρικής…
Γνώμονας κάθε δημοσιογράφου και αποκλειστικό κριτήριο ελέγχου του πρέπει να είναι μόνον η αλήθεια και όχι τα αποτελέσματά της.
Οποτεδήποτε κάποιος έθετε τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και μιλούσε για φαινόμενα διαφθοράς στην Ιεραρχία, πάντα αντιμετώπιζε τον σπίλο ότι είναι ενεργούμενο σκοτεινών δυνάμεων.
Μπορεί το σοκ από τις αποκαλύψεις να είναι μεγάλο, αλλά, αν δεν υπήρχαν αυτές, η σήψη θα προχωρούσε βαθύτερα μέχρι διάλυσης της εκκλησίας.
Όταν ο (δικαίως ή αδίκως) κρινόμενος Αρχιεπίσκοπος είναι ταυτόχρονα κριτής, ή έστω επισκιάζει λόγω της θέσης του την διαδικασία κρίσης, στην εκκλησία θα μείνει μια άδικη σκιά ότι και πάλι «τα πράγματα κουκουλώθηκαν».
Όταν ιεράρχες πιπιλίζουν ότι στόχος είναι η «αυτοκάθαρση» και ταυτόχρονα ψεύδονται ασυστόλως ενώπιον Θεού κι ανθρώπων πρέπει να είμαστε σίγουροι πως και η «αυτοκάθαρση» ψέμα θα είναι.
Με βάση κάποιες υπαρκτές δεοντολογικές ασχήμιες κινδυνεύουμε να υποστούμε και πάλι συνολικές απαγορεύσεις που θα πλήξουν την ελευθερολογία.
Η δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει εδώ. Το κακό σπυρί έσπασε και η εκκλησία θα καθαρθεί μόλις φύγει όλο το πύον της πληγής που δολίως μαζεύτηκε όλα τα προηγούμενα αμαρτωλά χρόνια.
Αν ερμηνεύσουμε κατ’ απόλυτο τρόπο το άρθρο 19 του Συντάγματος και απαγορεύσουμε την μετάδοση των υποκλαπέντων συνομιλιών, έχουμε προληπτική λογοκρισία, η οποία απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 14 του ίδιου Συντάγματος.
