Τα γεγονότα μετά το ματς με την Αλβανία πρέπει να μας θορυβήσουν. Κυρίως πρέπει να μας ανησυχήσουν όσα προηγήθηκαν κι όσα ακολούθησαν της αιματοχυσίας. η προσπάθεια να ξεκοπεί το περασμένο Σάββατο από το κοινωνικό γίγνεσθαι, να εμφανισθούν τα επεισόδια ως μια «κακή στιγμή» του συλλογικού, σαν ένας πυρετός που (κακώς) ανέβηκε και κατόπιν (καλώς) έπεσε.
Όλη η συζήτηση για τα επεισόδια εναντίον των Αλβανών έχει ως αξίωμα αυτό που έπρεπε να προς αναζήτηση: Υπάρχει ρατσιστικό φαινόμενο στην Ελλάδα;
Για τα χθεσινά επεισόδια ευθύνονται κι όσοι τόσο καιρό επιχειρηματολογούν ότι η Ελλάς κρίνεται στα γήπεδα, ότι η κεφαλιά του κ. Χαριστέα είναι απόδειξη της «ανώτερης ελληνικής ψυχής», εκείνοι που ανέμειξαν την εθνική ρητορεία και το ποδόσφαιρο.
Η κυριαρχία της Αριστεράς απαξίωσε πολύ νωρίς και ιδεολογικά και κοινωνικά κάθε προσπάθεια διαχωρισμού των ανθρώπων με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Μόνο που αυτή η απαξίωση του ρατσισμού είναι ρηχή. Σαν μόδα…
Σε κάθε «περίπατο» στην Αθήνα βλέπω πολλά σκουπίδια. Ναρκομανείς δεν είδα. Ίσως να μην μπορώ να τους διακρίνω. Μπορεί να είναι άνθρωποι σαν κι εμάς…
Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα δυστυχώς είναι βαθύς και λαϊκός. Έχει να κάνει με θρησκευτικές δοξασίες, με ηλίθιες θεωρίες συνωμοσίας, με τα στερεότυπα των «Εβραίων Σάιλοκ»
Ο νομοθέτης σε όλο το δυτικό κόσμο δείχνει να ενστερνίζεται την άποψη ότι ο ρατσιστικός λόγος είναι ποινικά ελέγξιμος. Υπάρχει όμως και ο ιταλικός τρόπος να ελεγχθεί η εκφορά αυτού του λόγου…
Δεν είμαστε κατ’ ανάγκη φοβικοί. Στερεότυποι είμαστε.
Η Δημοκρατία δεν είναι σύστημα χωρίς αρχές. Δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά στο αίτημα διαρκούς κι επί παντός διαλόγου. Ο διάλογος δεν είναι αρχή της Δημοκρατίας, είναι μέθοδος της.
Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ο ρατσισμός (όπως αφρόνως χρησιμοποιείται ο όρος) αλλά η αμηχανία μπροστά στις νέες και εν πολλοίς δυτικόφερτες προκλήσεις.
Ας μην σηκώσει ο Οδυσσέας την σημαία, άσχετα αν είναι ομόγλωσσος, ομόθρησκος και μετέχει της ελληνικής παιδείας. Πρέπει, όμως, να του επιτρέψουμε να παρελάσει γενικώς;
Η πολιτική του «δωρεάν» δημιούργησε και ρατσισμό στη Θέρμη. Τα ίδιο πρόβλημα έχει όλη η Ελλάδα: Η αναντιστοιχία εκείνων που πληρώνουν κι εκείνων που καρπώνονται τις υπηρεσίες.
Από μια Θεσσαλονίκη της ανοχής, της πολυπολιτισμικότητας, του ρωμαλέου και φιλελευθέρου Τύπου, των γραμμάτων και τεχνών φτάσαμε σε μια πόλη στην οποία καίγονται βιβλία, ζητούνται απαγορεύσεις λεξικών, γίνονται επιθέσεις κατά ιστορικών κι εκθετών βιβλίων.
Μπορεί μεν η Ελλάδα να μην είναι ο παράδεισος να ζει και να εργάζεται κάποιος που γίνεται μετανάστης αλλά είναι ένας τόπος πολύ υποφερτός, ανεκτικός (παρά τα λίγα κρούσματα ανεγκέφαλων ρατσιστών), ένας τόπος που τελικά αγκάλιασε τους ξένους. Κι αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να υπερηφανευόμαστε.
Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Eίμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε με τους μετανάστες. Eίναι όμως κατ’ ανάγκην αυτό κακό;
Kάποιοι Iσραηλινοί χρησιμοποιούν τον αντισημιτισμό για να ενοχοποιήσουν την διαμαρτυρία. Πολλοί θέλουν να χρησιμοποιήσουν την διαμαρτυρία για να παράγουν αντισημιτισμό. Πρέπει να αντισταθούμε και στους μεν και στους δε. H αντίστασή μας είναι πολιτική και πρέπει να παραμείνει τέτοια…
Mάταια κάποιοι νουνεχείς υποστήριζαν τότε πως οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές γιατί δεν είχαν ποτέ μαύρους να καταπιέσουν…
