Είναι εύκολες οι ευχές και οι παραινέσεις για συναίνεση στην πρώτη ψηφοφορία για τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά δύσκολη η επίτευξή της. Το πρόβλημα είναι ότι ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης την έκανε δυσκολότερη.
Δεν είναι μόνο το «αγκάθι» των υποκλοπών, αφού ο πρωθυπουργός και πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ αρνείται να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση ώστε να ενημερωθεί ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ για τους λόγους παρακολούθησής του. Υπάρχει και η βαριά κληρονομιά της προηγούμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Τότε τα κόμματα συναίνεσαν στην προτείνουσα Βουλή δίνοντας 224 ψήφους για αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να μην προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές. Στην επόμενη Βουλή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας διαμόρφωσε το άρθρο 32 κατά βούλησιν και παρά τις αντιδράσεις των υπόλοιπων κομμάτων, αλλά και συνταγματολόγων· τώρα ο ρυθμιστής του πολιτεύματος μπορεί να εκλεγεί ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, ήτοι 75 ψήφους!
Σαν να μην έφτανε αυτό, υπήρχε η ρητή δέσμευση του κ. Μητσοτάκη ότι «είναι αυτονόητο ότι η συνταγματική πρόβλεψη για τελική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία δεν αναιρεί –το επαναλαμβάνω: δεν αναιρεί– την πολιτική ευθύνη της εκάστοτε πλειοψηφίας να αναζητεί πρόσωπο το οποίο θα εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση» (25.11.2019). Το αποτέλεσμα ήταν η εκλογή του κομματικού υποψηφίου κ. Κωνσταντίνου Τασούλα.
Επιπλέον, υπάρχει η εκκρεμότητα του άρθρου 73. Το 2019 η Βουλή θέσπισε το εξής: «Με υπογραφή πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, μπορούν να κατατίθενται έως δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο προτάσεις νόμων στη Βουλή. (…) Οι προτάσεις νόμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να αφορούν θέματα δημοσιονομικά, εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας. Νόμος ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας παραγράφου».
Επτά χρόνια μετά, η διάταξη παραμένει ανενεργή, διότι δεν κατατέθηκε ποτέ ο εκτελεστικός νόμος.
Και η τωρινή αναθεώρηση –αυτή που η κυβέρνηση και οι προπαγανδιστές της ζητούν να γίνει με 180 ψήφους στην τωρινή προτείνουσα Βουλή– έχει πολλές λακκούβες. Δεν θα σταθούμε στον ξεκούδουνο περιορισμό μιας θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας – λες και αυτό είναι το πρόβλημα. Για το άρθρο 86, αυτό που η κυβέρνηση ολημερίς αναθεωρεί κι οληνυχτίς χρησιμοποιεί, η πρόταση της Ν.Δ. είναι να έχει η Βουλή τον τελευταίο λόγο για την παραπομπή ενός υπουργού στη Δικαιοσύνη, διότι, όπως είπε ο πρωθυπουργός, «νομίζω ότι θα είναι πάρα πολύ δύσκολο για μια πλειοψηφία του κοινοβουλίου, σε περίπτωση που ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει εισηγηθεί δίωξη, να μη συμφωνήσει τελικά με αυτή την πρόταση» (24.7.2026). Εμ, άμα η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα συμφωνεί με τις προτάσεις του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ποιος ο λόγος να γίνεται ψηφοφορία; Για να γράφουν υπερωρίες οι βουλευτές;
Το πονηρό σημείο, όμως, είναι άλλο. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατία είναι να γίνει ονομαστική η ψηφοφορία στη Βουλή, για την παραπομπή ή μη ενός υπουργού. Oλοι γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι, ακόμη και με τη μυστική ψηφοφορία που ισχύει σήμερα, για τους βουλευτές να στείλουν έναν συνάδελφό τους στο ειδικό δικαστήριο. Με την ονομαστική ψηφοφορία θα γίνει ακατόρθωτο.
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι σοφή η στάση της αντιπολίτευσης να μη δώσει από τώρα λευκή επιταγή στην επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να διαμορφώσει κατά βούλησιν το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων. Eστω κι αν συνομολογεί αυτό που καταλόγισε ο κ. Μητσοτάκης στον κ. Ανδρουλάκη: «Εάν είστε τόσο σίγουρος ότι θα είστε πρώτο κόμμα, και με μία ψήφο διαφορά, μάλλον δεν θα έπρεπε να σας ενοχλεί καθόλου το γεγονός ότι θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε αυξημένη πλειοψηφία από αυτή τη Βουλή, αφού θα είχατε εσείς πιο εύκολα τη δυνατότητα στην επόμενη Βουλή να καθορίσετε το περιεχόμενο των αναθεωρητικών διατάξεων» (Βουλή, 24.7.2026).
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 2.8.2026
