Κυρίαρχο αίτημα πλέον των οργανώσεων τους είναι η αποσαφήνιση του ρόλου της αστυνομίας σε μια σύγχρονη κοινωνία. Το ερώτημα, που από την μεταπολίτευση και μετά δεν έχει απαντηθεί, είναι απλό: «ποια αστυνομία θέλουμε;»
Η Δημοκρατία δεν κρίνεται από τους αστυνομικούς-τραμπούκους της Θεσσαλονίκης. Κρίνεται από την συμπεριφορά των υπολοίπων.
Δεν μπορεί το Σύνταγμα να ρυθμίζει ακόμη και τις αποδοχές του προέδρου του Αρείου Πάγου.
Η ανατροπή του δημοσιονομικής πολιτικής με δικαστικές αποφάσεις δεν είναι το πρόβλημα. Είναι σύμπτωμα του προβλήματος.
Βρισκόμαστε σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Από τη μία, υπάρχει ένα ζήτημα εφαρμογής των νόμων που πρώτοι οι δικαστές επιζητούν. Από την άλλη, κινδυνεύει να αποδεκατιστεί το δικαστικό σώμα επειδή πολλοί λειτουργοί του αμέλησαν να υποβάλουν δηλώσεις «πόθεν έσχες».
Στην Ελλάδα δυστυχώς η Δικαιοσύνη σε πλείστες όσες περιπτώσεις αναπαράγει τις ιδεοληψίες που δέρνουν τη χώρα.
Η δικαιολογία των αρχών για προσαγωγές ατόμων που δείχνουν δελτία ταυτότητας είναι ότι ο χώρος στον οποίο εκινούντο οι προσαχθέντες είναι περιοχή υψηλής εγκληματικότητας. Μόνο που αυτό, σύμφωνα με τον «Συνήγορο του Πολίτη» είναι παράνομο.
Οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται. Όχι όμως ελαφρά τη καρδία, και σαφέστατα όχι με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τη Δικαιοσύνη και τους δικαστές.
Tο «spontaneous μπάχαλο» που ζεί σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι αποτέλεσμα της ίδιας θεωρίας: Kανένας νόμος, απλώς αντικρουόμενα συμφέροντα…
