Σε όλο τον κόσμο το πρόβλημα της ακρίβειας επιχειρείται να αντιμετωπιστεί διά της αγοράς.
Οπως λένε τα εγχειρίδια και μας δίδαξε η ζωή, ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να ανεβαίνει η παραγωγικότητα της οικονομίας και να φθηναίνουν τα προϊόντα.
Οι επιχειρηματίες βρίσκουν τρόπους να γίνονται πιο αποδοτικοί, παράγουν με μικρότερο κόστος, βγάζουν στην αγορά φθηνότερα προϊόντα, κυριαρχούν επί των ανταγωνιστών τους, μέχρι που οι τελευταίοι γίνονται πιο αποδοτικοί, βγάζουν φθηνότερα κ.λπ.
Αυτό είναι το «αόρατο χέρι» της αγοράς. Το άτομο «επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον συχνά προωθεί αυτό της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι όταν πραγματικά επιδιώκει να το προωθήσει», έγραφε ο Ανταμ Σμιθ.
Στην Ελλάδα πάλι έχουμε το ορατό χέρι του Τάκη Θεοδωρικάκου, ο οποίος επιχειρεί να μειώσει τις τιμές διά περίτεχνων «συμφωνιών κυρίων». Η αγορά, λέει, θα λειτουργήσει με χρονοδιακόπτη. «Θα παγώσουν τις τιμές μέσα στο καλοκαίρι και από τις 31 Αυγούστου θα προχωρήσουν σε μειώσεις από 5% έως 20% σε σειρά προϊόντων» (ΕΡΤ, 27.7.2026).
Προκύπτει όμως ένα ερώτημα και ένα συμπέρασμα. Αφού μπορούν να μειωθούν τόσο εύκολα οι τιμές, γιατί δεν μειώνονται από τώρα ώστε να ανασάνει η τσέπη μας και τα δημοσκοπικά ποσοστά της κυβέρνησης;
Το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η πρωτοβουλία αποτελεί ομολογία ανυπαρξίας αγοράς. Κανονικά ο ανταγωνισμός θα έπρεπε να είχε μειώσει τις τιμές στα μη περαιτέρω. Δεν θα χρειάζονταν ούτε θα μπορούσαν να γίνουν «συμφωνίες». Το ξέρουμε αυτό από τα οικονομικά του λυκείου, αλλά το βλέπουμε στα σούπερ μάρκετ του εξωτερικού, όπου βρίσκουμε ελληνικά προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές απ’ ό,τι στα εγχώρια. Εκεί, ο ανταγωνισμός μειώνει τις τιμές και όχι τα κυβερνητικά πάρε δώσε με τους επιχειρηματίες.
Μια άλλη έκφανση του «ορατού χεριού» είναι «το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους», για το οποίο καμαρώνει η κυβέρνηση. Οταν υπάρχει ανταγωνισμός το περιθώριο κέρδους ελαχιστοποιείται, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους διά της μεγιστοποίησης των πωλήσεων. Η επιβολή «ανώτατου περιθωρίου κέρδους» σημαίνει ότι αυτό δεν ορίζεται από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Καθορίζεται κατά το δοκούν…
Δεν ξέρουμε τι θα αποδώσουν οι πρωτοβουλίες του κ. Θεοδωρικάκου. Ελπίζουμε τα μέγιστα, υπό την έννοια ότι οι πνιγμένοι της ακρίβειας από τα μαλλιά τους πιάνονται. Αλλά ακόμη και το κάλλιστο δεν παύει να είναι ασπιρίνη σε μια οικονομία που μαζί με τους υπόλοιπους νόμους καταστρατηγούνται και αυτοί της αγοράς.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 31.7.2026
