Κυκλοφορεί εσχάτως μια πολιτική ανοησία που λέει ότι η συρρίκνωση των εκλογικών ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας, από το 41% των εθνικών εκλογών του 2023 στο 28% στις ευρωεκλογές του 2024, οφείλεται στο γεγονός ότι «η παράταξη έχει χάσει την ψυχή της».
Μπούρδες, που θα έλεγε και ο κ. Αβραμόπουλος. Η Ν.Δ. κατάφερε το εκπληκτικό –για την εποχή μας, όπου παγκοσμίως όλα τα κόμματα κατακερματίζονται και συρρικνώνονται– 41%, επειδή ο κ. Μητσοτάκης άνοιξε πόρτες και παράθυρα να μπει λίγος φρέσκος αέρας, να εξαλειφθεί η μούχλα, εκείνη που το 1982 επιχειρηματολογούσε ότι η θέσπιση του πολιτικού γάμου ήταν «νομιμοποίηση της μοιχείας και της πορνείας». Η ψήφιση του νόμου για τα ομόφυλα ζευγάρια ήταν τολμηρή κίνηση για τη Νέα Δημοκρατία, αλλά ώριμη για την ελληνική κοινωνία. Δεν είδαμε, ούτε ακούσαμε, φοβερές αντιδράσεις, πέρα από τις επιστολές κάποιων πολιτευτών και τις φωνασκίες κάποιων ιεραρχών. Οι τελευταίοι ασκούν το δικαίωμά τους στην αγαμία, αλλά θέλουν να έχουν λόγο για τα δικαιώματα γάμου των άλλων.
Γράψαμε πολλάκις ότι η θέσπιση των ίσων δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών στον πολιτικό γάμο είναι, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχη της –γενναίας για το Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά ώριμης για την αμερικανική κοινωνία– ψήφισης του «νόμου για τα πολιτικά δικαιώματα» που πέρασε ο Λίντον Τζόνσον το 1964. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, μέχρι τότε, το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν υπέρμαχο του φυλετικού διαχωρισμού, σε αντίθεση με το Ρεπουμπλικανικό που ήταν το φιλελεύθερο· Ρεπουμπλικανός ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν.
Οι αναλογίες που πρέπει να τηρηθούν δεν έχουν να κάνουν με τον αριθμό των ατόμων που διά των δύο νόμων κατέκτησαν την ισότητα. Σε ζητήματα πολιτικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, οι αριθμοί ουδεμία σημασία έχουν. Ούτε έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι σήμερα θεωρούμε παράλογο τον φυλετικό διαχωρισμό. Οι τότε υπέρμαχοι της φυλετικής καθαρότητας θεωρούσαν πιο βδελυρό τον συγχρωτισμό με εγχρώμους απ’ ό,τι θα θεωρούσαν σήμερα τον γάμο των ομοφύλων. Σε ένα γάμο μπορείς να μην πας. Στην καφετέρια όμως, στις δημόσιες υπηρεσίες, πάντα θα βρεθεί κάποιος έγχρωμος δίπλα σου.
Η μόνη αναλογία που πρέπει να αναλογιστούμε είναι ότι η νομοθεσία του Τζόνσον είχε και οικονομικό κόστος. Κρατικό και ιδιωτικό. Δημόσιες υπηρεσίες, εστιατόρια, ξενοδοχεία κ.λπ. έπρεπε να διαρρυθμιστούν από την αρχή για να καταργήσουν τους «white only» και «colored only» χώρους τους. Σύμφωνοι! Ηταν μικρό το κόστος για το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας, αλλά ήταν πολύ μεγάλο για ένα «ντάινινγκ ρουμ» στην Αλαμπάμα.
Τέσσερις μήνες μετά την υπογραφή του «νόμου για τα πολιτικά δικαιώματα» (2.7.1964) ο Λίντον Τζόνσον κέρδισε τις προεδρικές εκλογές (3.11.1964) με το 61,1% της λαϊκής ψήφου, το υψηλότερο ποσοστό που κέρδισε ποτέ Αμερικανός υποψήφιος πρόεδρος μετά τις εκλογές του 1820. Ο αντίπαλός του, Μπάρι Γκολντγουότερ, έλαβε 38,5%. Ο πολύ πιο λαμπερός Τζον Φ. Κένεντι κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές του 1960 με 49,72% έναντι του Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος πήρε 49,55%. Στις εκλογές του 1964 ο Τζόνσον έχασε μόνο μερικές (όχι όλες) νότιες πολιτείες, αλλά από μία άποψη το Δημοκρατικό Κόμμα «έχασε την ψυχή του», που ήταν ο βαθύς ρατσιστικός Νότος.
Είναι άλλα –και δυστυχώς πολλά– τα προβλήματα της κυβέρνησης που συντελούν στην απίσχνανση της εκλογικής επιρροής της Νέας Δημοκρατίας και όχι η θέσπιση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών. Και αυτά τα προβλήματα είναι τα πολιτικώς παραδοσιακά – η διαφθορά, το ρουσφέτι κ.ά. Οι συντηρητικοί ψηφοφόροι μπορεί να θεωρούν παραξενιά και ανόητη «μοντερνιά» τον πολιτικό γάμο ατόμων του ίδιου φύλου, αλλά νιώθουν ότι δεν τους αφορά. Πληγώνονται πολύ περισσότερο από την ακρίβεια και την αδικία, όταν δηλαδή βλέπουν τα παιδιά τους με ένα σκασμό πτυχία να δουλεύουν «ντελίβερι», ενώ βλέπουν κάποια άλλα «δικά τους παιδιά» δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να αναλαμβάνουν –έστω «από διοικητικό λάθος»– επίζηλες θέσεις του κράτους.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 5.7.2026
