Από μια άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Αλέξης Τσίπρας μπέρδεψε τα φορολογικά έσοδα με την οικονομία, όπως είχε μπερδέψει τη Μυτιλήνη με τη Λέσβο. Από την άλλη, επειδή το κράτος χρεοκόπησε την οικονομία, όλοι νιώθουμε πιο ασφαλείς όταν υπάρχουν λεφτά στα δημόσια ταμεία και ενδόμυχα πιστεύουμε ότι όταν το κράτος πάει καλά, όλη η οικονομία πάει καλά. Συνεπώς, ποιητική αδεία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι «από το 2019 και μετά η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει» (ΑΝΤ1, 27.6.2026).
Η αλήθεια είναι ότι τα φορολογικά έσοδα υπεραποδίδουν. Η οικονομία αποδίδει, αλλά όχι σπουδαία πράγματα. Η ανάπτυξή της είναι υψηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά εμείς ξεκινήσαμε από πολύ χαμηλά και έχοντας χάσει το 25% του ΑΕΠ στα χρόνια της κρίσης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η μέση ετήσια ανάπτυξη της Ελλάδας την περίοδο 2019-2025 ήταν 1,9% και της Ε.Ε. 1,1% (World Economic Outlook 2025).
Αντιθέτως, τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται 8%-9% τον χρόνο κατά μέσον όρο. Σ’ αυτό συνετέλεσε η ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών και η συνακόλουθη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αλλά η κινητήριος δύναμη της υπεραπόδοσης είναι ο ΦΠΑ, ο οποίος το 2009 είχε συντελεστές 19%, 9% και 5% και σήμερα 24%, 13% και 6%. Καύσιμο δε αυτής της απόδοσης είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι σταθερά υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οσο αυξάνονται οι τιμές, τόσο περισσότερα λεφτά φέρνει το υψηλό (24%) μερτικό του κράτους, τόσο… «υπεραποδίδει η οικονομία».
Η κυβέρνηση, φυσικά, δεν συζητάει τη μείωση των συντελεστών του ΦΠΑ, έστω στα επίπεδα που ήταν πριν από την κρίση, μια και βγήκαμε από αυτή. Λογικό! Ποιος θα τραυματίσει τη χήνα που κάνει χρυσά αυγά για τον δημόσιο κορβανά και τις εξαγγελίες που έρχονται στη ΔΕΘ; Ακόμη και για την κατανάλωση νερού πληρώνουμε 13% ΦΠΑ και 24% στα τέλη ύδρευσης και αποχέτευσης.
Μόνο για έναν κλάδο μείωσε δραστικά τον συντελεστή. Δεν είναι για τα βασικά αγαθά, όπως ζητάει η αντιπολίτευση. Από το 2019 και μετά οι πωλήσεις νεόδμητων ακινήτων έχουν μηδενικό ΦΠΑ, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης: «Η Ελλάδα είναι σήμερα μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου ένας θεσμοθετημένος ΦΠΑ στα νεόδμητα παραμένει σε αναστολή. Στην Ευρώπη τα συστήματα διαφέρουν: Στη Γερμανία ο ΦΠΑ στα νεόδμητα είναι 19%. Στη Γαλλία εφαρμόζεται συντελεστής 20%. Στην Ολλανδία και στο Βέλγιο ο βασικός συντελεστής είναι 21%. Στην Ισπανία εφαρμόζεται συνήθως ΦΠΑ 10% στις νέες κατοικίες. Στην Κύπρο εφαρμόζεται συντελεστής 19%, με ειδικές ρυθμίσεις για την κύρια κατοικία. Στην Ιταλία εφαρμόζονται διαφορετικοί συντελεστές ανάλογα με την περίπτωση» («Καθημερινή», 12.7.2026).
«Και δεν χαίρεσαι;», θα πει κάποιος, «που καταργήθηκε επί της ουσίας ένας φόρος, έστω για έναν κλάδο της οικονομίας; Ετσι κι αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Λέοναρντ Κοέν, “πρώτα παίρνουμε τ’ ακίνητα και μετά τα μακαρόνια…”». Το θέμα δεν είναι μόνο η άδικη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών. Νεόδμητα ακίνητα μπορούν να αγοράσουν μόνο οι έχοντες και κατέχοντες. Οι υπόλοιποι, που τρέμουν κάθε φορά στο σούπερ μάρκετ, με το ζόρι μπορούν να αποκτήσουν κάποιο «μεταχειρισμένο» ακίνητο, το οποίο φυσικά δεν έχει ΦΠΑ. Το πρόβλημα, όπως έγραφε η «Κ», είναι ότι ευνοείται το «μαύρο χρήμα». Στην οικοδομή, «από στοιχεία της φορολογικής διοίκησης, παραδοσιακά εντοπίζονται κρούσματα μεγάλης φοροδιαφυγής». Οταν «ο κατασκευαστής που θα πωλεί ένα νεόδμητο ακίνητο με ΦΠΑ θα έχει δικαίωμα να εκπέσει τον ΦΠΑ που έχει ήδη καταβάλει για τις εισροές του και συγκεκριμένα οικοδομικά υλικά, εξοπλισμό, τεχνικές υπηρεσίες και εργασίες που πραγματοποιούνται κατά την κατασκευή. Για να μπορέσει όμως να χρησιμοποιήσει αυτή την έκπτωση, θα πρέπει να διαθέτει νόμιμα παραστατικά για τις αγορές και τις υπηρεσίες που έχει πραγματοποιήσει. Ετσι δημιουργείται μια αλυσίδα συναλλαγών όπου κάθε κρίκος έχει κίνητρο να δηλώνει τις πραγματικές του δαπάνες».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 26.7.2026
