Ανάμεσα στα τερπνά και στα «ντου» που είπε τις προάλλες, ο κ. Γ. Φλωρίδης έκανε και μια διαπίστωση. «Η Ιταλία», είπε, «μπορεί να μείνει 100 χρόνια ακυβέρνητη, η Ελλάδα ούτε μία ημέρα» (ΕΡΤ, 9.9.2026). Το ερώτημα είναι γιατί. Αλλον αέρα έχουν στην Ιταλία; Διαφορετικό νερό πίνουν; Τι κάνει την Ελλάδα τόσο ξεχωριστή που –κατά τον κ. Φλωρίδη– ούτε τη διαδικασία των διερευνητικών δεν μπορεί να αντέξει, αφού αυτή ξεπερνάει τη μία ημέρα;
Εχουμε γράψει πολλές φορές για την «ελληνική εξαίρεση» και στο σύστημα διακυβέρνησης. Είναι το σύστημα που δημιουργεί επιπλέον «ελληνικές εξαιρέσεις» σε πολλούς τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας. Σε όλες τις χώρες –ιδιαιτέρως τώρα που το εκλογικό σώμα κατακερματίζεται παντού– διαπραγματεύονται επί μήνες τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας. Συζητούν, δε, τα πάντα, ακόμη και το τι θα κάνουν αν χρειαστεί να κλείσει η ΕΡΤ, δίχως να διαλυθεί ο συνασπισμός.
Στην Ελλάδα πάλι, δεν συζητάμε επί της ουσίας συνεργασίες κομμάτων. Ολοι αναζητούν όρκους πίστης. Πριν καν τα κόμματα διαμορφώσουν τα προγράμματά τους, πριν ελεγχθεί σε τι συμφωνούν και σε ποια διαφωνούν, τα στελέχη τους ερωτώνται: «Με ποιους θα συνεργαστείτε αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία;». Το μέγα άγχος είναι η διακυβέρνηση της χώρας, διότι σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όλοι ξέρουν ότι χωρίς πρωθυπουργό και υπουργούς τίποτε δεν κινείται στο Δημόσιο. Το συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης, μαζί με τους κινδύνους που ενέχει για την ποιότητα της Δημοκρατίας, είναι και απολύτως αναποτελεσματικό κατά τη διαδικασία οποιασδήποτε μετάβασης. Ακόμη κι όταν μια κυβέρνηση διαδέχεται τον εαυτό της.
Ολοι γνωρίζουμε ότι, τέσσερις με πέντε μήνες πριν από τις εκλογές, «οι υπουργοί κατεβάζουν τα μολύβια». Κάνουν μια προσωπική ορθολογική επιλογή. Γνωρίζουν ότι το να παραμείνουν στη θέση τους ή/και να προαχθούν δεν εξαρτάται από τη δουλειά που κάνουν ως υπουργοί, αλλά από τον αριθμό των σταυρών που θα μαζέψουν ως βουλευτές. Ακόμη κι αν δεν κάνουν ρουσφέτια (συνήθως κάνουν), στρεβλώνεται η προτεραιότητα λήψης αποφάσεων. Θα προτιμήσουν εκείνες που ενισχύουν το φιλολαϊκό τους προφίλ, άντε και κάποιες που αν δεν ληφθούν, υπάρχει ο κίνδυνος να το χαντακώσουν.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι υποψήφιοι βουλευτές και part time υπουργοί κρατούν στα χέρια τους το μισό ΑΕΠ της χώρας. Από τις υπογραφές τους εξαρτώνται επενδύσεις, προσλήψεις, η κατάσταση των ΑΕΙ, οι χρηματοδοτήσεις δήμων, νοσοκομείων κ.λπ. Σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα, όπως το ελληνικό, τίποτε δεν προχωράει, όχι μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, αλλά και σε τακτά (περίπου) χρονικά διαστήματα, όπως είναι οι εκλογές.
Εχουμε φτιάξει το τέλειο αντιπαραγωγικό σύστημα. Πώς να προχωρήσει ο τόπος όταν όλα εξαρτώνται από τους υπουργούς, ενώ τους έχουμε δώσει και μια δεύτερη δουλειά, αυτήν του βουλευτή, που έξι μήνες πριν από τις εκλογές γίνεται η βασική τους έγνοια;
Συνεπώς, έχει δίκιο ο κ. Φλωρίδης. Ενα συγκεντρωτικό σύστημα δεν μπορεί να μείνει ούτε μία μέρα ακυβέρνητο. Παραλύει όταν απουσιάζει ο «πατερούλης» πρωθυπουργός. Ειδικώς, δε, όταν έχει προηγηθεί μια περίοδος χαλαρής –στα όρια της ακυβερνησίας– διακυβέρνησης τεσσάρων ή πέντε προεκλογικών μηνών. Μήπως λοιπόν, αντί αν συζητάμε μόνο ποιος μπορεί να αναπαράγει καλύτερα το υπάρχον στρεβλό σύστημα, να ξεκινήσουμε να κουβεντιάζουμε πώς θα το διορθώσουμε;
Προσωπικό υστερόγραφο:
Δύο πράγματα κρατώ από την εικοσαετή και πλέον θητεία μου στην «Κ». Τους πολλούς και καλούς φίλους που έκανα και το δικαίωμα να γίνομαι ενοχλητικός. Η στήλη αυτή ενόχλησε πολλούς. Πρωτίστως τους εκάστοτε κρατούντες αλλά και ακόμη πιο σημαντικούς ανθρώπους, τους αναγνώστες της εφημερίδας. Ομως η διά του λόγου ενόχληση είναι πάντα ευεργετική. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τα επιχειρήματα, έστω για να τα απορρίψουμε. Κι αυτό κάνει τις εφημερίδες πολύτιμες και μοναδικές. Σας ευχαριστώ…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 13.9.2026
