Ολα καλά κι όλα ωραία. Ο πρωθυπουργός απέσυρε τη «βαθιά θεσμική τομή» (όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος), ήτοι «το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, με αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή» (6.4.2026) και το επιτελικό κράτος, για το οποίο γκρίνιαζαν κάποιοι βουλευτές της Ν.Δ., βελτιώθηκε χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι.
Αυτό είπε χθες ο βουλευτής Φθιώτιδας Γιάννης Οικονόμου, ένας από τους πέντε «αντάρτες του Απριλίου», οι οποίοι λίγες μέρες μετά την εξαγγελία της «τομής» διαπίστωσαν και κατέγραψαν σε επιστολή τους ότι το επιτελικό κράτος «στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων (…) Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας» (28.4.2026).
Ετσι ο κ. Οικονόμου παρέκαμψε τα βαθιά θεσμικά ζητήματα που έθεσε με την επιστολή του Απριλίου, ότι δηλαδή «ο βουλευτής –που είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και αυθεντικός εκφραστής της περιφέρειας– φορτώνεται άδικα το στίγμα του φαυλοκράτη και κινδυνεύει να αποξενωθεί σε μεταφορέα ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Να ενημερώνεται εκ των υστέρων, να πειθαρχεί εκ των προτέρων και να περιορίζεται σε μια ολοένα μικρότερη πολιτική περίμετρο». Ηταν ικανοποιημένος με το γεγονός ότι «κουβεντιάσαμε στην κοινοβουλευτική ομάδα ότι η αρχική σκέψη που υπήρχε και στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας περί ασυμβίβαστου του υπουργού και βουλευτή» αποσύρθηκε («Παραπολιτικά», 21.7.2026).
Το υπουργιλίκι, λοιπόν, θα παραμείνει στόχος κάθε βουλευτή, ο «φορέας της λαϊκής εντολής» θα εξακολουθεί να μην είναι «ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας», η εκάστοτε κυβέρνηση θα συνεχίσει τα δικά της και το Κοινοβούλιο θα τα ξεπλένει. Μέχρι την επόμενη χρεοκοπία, που θα αναρωτηθούμε «τι είχαν τα έρμα και δεν το είδαν;».
Χειρότερα είναι τα πράγματα στην αντιπολίτευση. Μπορεί οι βουλευτές της πλειοψηφίας να παλεύουν για το παντεσπάνι τους, τον υπουργικό θώκο, οι βουλευτές της μειοψηφίας τρέμουν για το ψωμί τους. Εξ ου και οι μεταγραφές εκεί που κάποτε έφτυναν. «Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή», λέει μια παλιά ελληνική παροιμία, αλλά ισχύει και η σύγχρονη εκδοχή της: «Καμιά ντροπή δεν είναι δουλειά».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 23.7.2026
