Είχε μαλλιάσει η πένα του αείμνηστου καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη να γράφει ότι «η προσωρινή κράτηση αντί για έκτακτο μέτρο, που πρέπει να επιβάλλεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, έχει καταντήσει σύνηθες όπλο στα χέρια των ανακριτών που δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν επί δικαίους και αδίκους»
Στο «διωκτικό – δικαστικό σύμπλεγμα» υπάρχει ένας άλλος κόσμος με τους δικούς του νόμους και τα δικά του πρωτόκολλα;
Οι δικαστικές αποφάσεις δεν αρκεί να είναι νόμιμες. Οφείλουν να μην είναι «περίεργες».
Ο ποινικός λαϊκισμός που πέντε χρόνια καλλιεργούν οι υπουργοί Δικαιοσύνης πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται η κυβέρνηση.
Τα παχιά λόγια περί πάταξής της με έναν νόμο κι έναν κώδικα, οι διακηρύξεις του στυλ «βάζουμε τέλος στην ανομία» και άλλα επικολυρικά, είναι απλώς στάχτη στα μάτια των αδαών…
Χρόνια τώρα η κυβέρνηση πουλάει από τα πρωινάδικα το σχοινί με το οποίο τώρα την κρεμάνε.
Η Ελλάδα δεν είναι Ουγγαρία, όπως καταχρηστικώς και με ελαφρότητα διατείνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό επ’ ουδενί σημαίνει πως δεν πρέπει να μας προβληματίσει η ατραπός στην οποία η χώρα μπαίνει.
Οι μπάχαλοι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια μεγάλων διαδηλώσεων όχι για να τις αμαυρώσουν, αλλά διότι μπορούν να κρυφτούν μέσα στο πλήθος.
Ο «μεταρρυθμισμός» της κυβέρνησης ορίζεται από το «δόγμα Τσιάρα». Ο,τι ακούγεται στα καφενεία (πρωτίστως τα τηλεοπτικά) γίνεται αμέσως ποινικός κώδικας.
Επειδή ακριβώς και η νόμιμη βία είναι αμυντική, έχει όρια και κανόνες.
Κάθε υπουργός που θέλει να αφήσει κάποιο μεταρρυθμιστικό (τρομάρα μας!) αποτύπωμα, προσθέτει διατάξεις γαρνιρισμένες με πομφόλυγες του στυλ «μπαίνει τέλος…».
Στην Ελλάδα κυκλοφορεί ο μύθος της «ατιμωρησίας» και πάνω σε τέτοια fake news καταστρώνονται πολιτικές.
πληθαίνουν οι φόνοι νεαρών Ρομά από αστυνομικά πυρά, καθώς και τα παρεπόμενα δράματα
Οι μισές από τις 969 καταδίκες της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφορούν την παραβίαση του άρθρου 6, ήτοι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Ο ασφαλέστερος τρόπος για να περάσει το μέτρο είναι να αξιολογηθούν πρώτα τα ανώτερα στελέχη του κράτους για να πάψουν να φοβούνται τα χαμηλότερα.
Ενας άλλος Ελληνας της διασποράς που ταλαιπωρείται δεκατρία χρόνια τώρα από «το ελληνικό κράτος και το κομματικό σύστημα που κάθε φορά το ιδιοποιείται».
Ο τρόπος επιλογής των ανώτατων δικαστικών αποκλειστικώς από την κυβέρνηση είτε αλλοιώνει την κρίση τους είτε υπάρχουν φόβοι πως οι δικαστές κρίνουν αναλόγως των κρίσεων που έκανε για τους δικαστικούς λειτουργούς η κυβέρνηση.
Οι πολλαπλές μηνύσεις κατά του κ. Γεωργίου δικαιώνουν όσους ισχυρίζονται τα περί δικομανίας των Ελλήνων. Η αποδοχή τους όμως από τους εισαγγελείς δείχνει το πραγματικό πρόβλημα στη Δικαιοσύνη.
Η θρυλούμενη δικομανία των Ελλήνων βασίζεται στον άγνωστο Χ: πόσες μηνύσεις καταθέτουμε κατ’ έτος; Ο θρυλούμενος επίσης φόρτος των δικαστηρίων βασίζεται σε έναν ακόμη άγνωστο Ψ: πόσες από τις μηνύσεις που κατατίθενται μπαίνουν στο αρχείο και πόσες φορτώνονται στα ακροατήρια;
Δεν ξέρουμε (και δεν γνωρίζουμε πώς μπορούμε να μάθουμε) πόσο μεγάλη είναι η πολυδικία στην Ελλάδα.
