Το πολίτευμα δεν διαβρώνεται επειδή οι πολίτες, τα κόμματα, οι φορείς δεν ακολουθούν τις υπουργικές διδαχές, αλλά από τις αντιδημοκρατικές πράξεις των κυβερνώντων.
Αν σε μια πολύκροτη δίκη, την οποία παρακολουθεί όλος ο (εκτός Ελλάδος) κόσμος, χάνονται πολύτιμα στοιχεία διότι κάπου, κάποτε, κάποιος δημόσιος υπάλληλος πίεσε ένα συρραπτικό, τι ακριβώς γίνεται σε άλλες (ήσσονος για τη δημόσια προσοχή) δίκες;
Το περιλάλητο «κοινό περί δικαίου αίσθημα» αφυπνίζεται μόνον αν τηρηθεί η νομιμότητα και δεν προκύψει προφυλάκιση ως «προκαταβολή ποινής».
Η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία ελέγχονται από τη δικαστική. Η Δικαιοσύνη από ποιον θα ελεγχθεί;
Η επιρροή διά του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» στην Δικαιοσύνη δεν μπαίνει στον ίδιο τορβά με την παρέμβαση πολιτικών ή οικονομικών παραγόντων.
Η αλαζονεία δεν σταματά στην κορυφή, αλλά κατρακυλά κατά κάποιον τρόπο σε ολόκληρο το οικοδόμημα του κρατικού μηχανισμού.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον ανησυχούσε για τα δεινά που επιφέρουν οι νόμοι όταν εφαρμόζονται λάθος. Στη δική μας περίπτωση, πρέπει να ανησυχούμε για το βραχύ διάστημα που εφαρμόζονται· είτε σωστά είτε λάθος.
Είχε μαλλιάσει η πένα του αείμνηστου καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη να γράφει ότι «η προσωρινή κράτηση αντί για έκτακτο μέτρο, που πρέπει να επιβάλλεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, έχει καταντήσει σύνηθες όπλο στα χέρια των ανακριτών που δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν επί δικαίους και αδίκους»
Στο «διωκτικό – δικαστικό σύμπλεγμα» υπάρχει ένας άλλος κόσμος με τους δικούς του νόμους και τα δικά του πρωτόκολλα;
Οι δικαστικές αποφάσεις δεν αρκεί να είναι νόμιμες. Οφείλουν να μην είναι «περίεργες».
Ο ποινικός λαϊκισμός που πέντε χρόνια καλλιεργούν οι υπουργοί Δικαιοσύνης πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται η κυβέρνηση.
Τα παχιά λόγια περί πάταξής της με έναν νόμο κι έναν κώδικα, οι διακηρύξεις του στυλ «βάζουμε τέλος στην ανομία» και άλλα επικολυρικά, είναι απλώς στάχτη στα μάτια των αδαών…
Χρόνια τώρα η κυβέρνηση πουλάει από τα πρωινάδικα το σχοινί με το οποίο τώρα την κρεμάνε.
Η Ελλάδα δεν είναι Ουγγαρία, όπως καταχρηστικώς και με ελαφρότητα διατείνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό επ’ ουδενί σημαίνει πως δεν πρέπει να μας προβληματίσει η ατραπός στην οποία η χώρα μπαίνει.
Οι μπάχαλοι εμφανίζονται κατά τη διάρκεια μεγάλων διαδηλώσεων όχι για να τις αμαυρώσουν, αλλά διότι μπορούν να κρυφτούν μέσα στο πλήθος.
Ο «μεταρρυθμισμός» της κυβέρνησης ορίζεται από το «δόγμα Τσιάρα». Ο,τι ακούγεται στα καφενεία (πρωτίστως τα τηλεοπτικά) γίνεται αμέσως ποινικός κώδικας.
Επειδή ακριβώς και η νόμιμη βία είναι αμυντική, έχει όρια και κανόνες.
Κάθε υπουργός που θέλει να αφήσει κάποιο μεταρρυθμιστικό (τρομάρα μας!) αποτύπωμα, προσθέτει διατάξεις γαρνιρισμένες με πομφόλυγες του στυλ «μπαίνει τέλος…».
Στην Ελλάδα κυκλοφορεί ο μύθος της «ατιμωρησίας» και πάνω σε τέτοια fake news καταστρώνονται πολιτικές.
πληθαίνουν οι φόνοι νεαρών Ρομά από αστυνομικά πυρά, καθώς και τα παρεπόμενα δράματα
