H επικοινωνιακή γραμμή για την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους είναι σαφής και επαναλαμβανόμενη.
Παύλος Μαρινάκης: «H αντιπολίτευση λέει ένα ψέμα στους πολίτες. Λένε “γιατί δεν παίρνετε αυτά τα λεφτά να τα δώσετε στους πολίτες;”. Ξέρουν (…) ότι τα χρήματα αυτά η Ελλάδα δεν μπορεί να τα δώσει σε μέτρα με βάση τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. (…) Δεν μπορούν να δοθούν, γιατί υπάρχουν οι οροφές δαπανών. Εξοικονομούνται και αποπληρώνεται πιο γρήγορα το χρέος». (News247.gr, 21.8.2026).
Aδωνις Γεωργιάδης: «Oσα λέγονται για το χρέος είναι λάθος. (…) Στην Ευρώπη υπάρχει το όριο δαπανών. Τα λεφτά που μπορεί να ξοδέψει το κράτος μας σε ακέραιο αριθμό εκατομμυρίων ευρώ είναι συμφωνημένο. (…) Δεν μπορείς να ξοδέψεις ούτε ένα ευρώ παραπάνω. (…) O,τι σου περισσεύει από αυτά τα λεφτά μπορείς να τα κάνεις μόνο ένα πράγμα. Να μειώσεις ταχύτατα το χρέος σου». (ΣKAΪ, 24.8.2026).
Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Υπάρχει η οροφή δαπανών, αλλά υπάρχει και το πάτωμα εσόδων, ειδικώς στην έμμεση φορολόγηση, όπου η Ελλάδα «μεγαλουργεί». Ο κατώτατος ελάχιστος Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στη βενζίνη έχει οριστεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση στα 0,359 ευρώ/λίτρο. Η Ελλάδα έχει τον πέμπτο υψηλότερο 0,7 ευρώ/λίτρο, ποσό που επιβαρύνεται και με τον υψηλότατο ΦΠΑ 24%, ήτοι συν 0,168 ευρώ ανά λίτρο (Tax Foundation Europe, 23.2.2026). Ο μέσος όρος ΕΦΚ στην Ε.Ε. των «27» είναι 0,57 ευρώ/λίτρο, οι δε χώρες με την υψηλότερη επιβάρυνση είναι Ολλανδία (0,845), Δανία (0,717) Ιταλία (0,717) Ιρλανδία (0,707). Να σημειώσουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ο μέσος μηνιαίος καθαρός μισθός σε αυτές τις χώρες κυμαίνεται από 4.150 ευρώ στην Ολλανδία μέχρι 2.177 στην Ιταλία. Στην Ελλάδα είναι 1.635 ευρώ.
Η κυβέρνηση έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Ορθώς χρησιμοποιεί την υπεραπόδοση της φορολογίας (και ουχί της οικονομίας, που λέει ο κ. Τσίπρας) για να ελαφρύνει το χρέος. Oπως έλεγε παλαιότερα, την περίοδο της κρίσης, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, το έργο του Κέινς έχει αριστερές αλλά και δεξιές σελίδες. Στην Ελλάδα «υπάρχουν επιλεκτικοί αναγνώστες του Κέινς, οι οποίοι διαβάζουν μόνο τις ζυγές σελίδες. Συγκεκριμένα, διάβασαν εκείνα τα κομμάτια που έλεγαν ότι σε συνθήκες ύφεσης προτείνεται η παρέμβαση του κράτους μέσω μιας δημοσιονομικής επεκτατικής πολιτικής, προκειμένου να καταφέρουμε να ανέβει η ζήτηση σε ικανοποιητικά επίπεδα και με αυτόν τον τρόπο να ξεπεραστεί η ύφεση. Εάν, όμως, κάποιος έμπαινε στον κόπο να διαβάσει και τις μονές σελίδες του έργου, θα έβλεπε ότι ο Κέινς συνέχιζε λέγοντας ότι μετά, όταν αποκαθίστανται οι ισορροπίες και η οικονομία επανέρχεται στην ανάπτυξη, τότε η χώρα έχει την υποχρέωση, καθ’ όλο το διάστημα που έχει θετικούς ρυθμούς, να φροντίζει όχι μόνο να μειώνει τα ελλείμματα, αλλά να δημιουργεί πλεονάσματα μέσα από τα οποία θα απορροφούσε όλο το χρέος που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των ελλειμμάτων» (Βουλή, 26.1.2012).
Η ορθή πολιτική για την απομείωση του χρέους συνοδεύεται από χονδροειδή αιτιολόγησή της. Η τελευταία δημιουργεί επικοινωνιακό πρόβλημα στην κυβέρνηση. Eχουμε δύο αφηγήματα που αλληλογρονθοκοπούνται. Το ένα και πιο πρόσφατο είναι αυτό που είπε ο κ. Γεωργιάδης: «Δεν μπορείς να ξοδέψεις ούτε ένα ευρώ παραπάνω». Το δεύτερο (και ξεχασμένο;) είναι αυτό που έλεγε ο πρωθυπουργός: «Δεν πρέπει με κάποιον τρόπο να κατοχυρώσουμε την έννοια της δημοσιονομικής ισορροπίας στο Σύνταγμα, ώστε να υπάρχει ένα ακόμη “φρένο”; Πείτε ότι έρχεται μια άλλη κυβέρνηση, λαϊκιστών, και θέλει να “τινάξει την μπάνκα στον αέρα”. Το έχουμε δει, εξάλλου. Δεν πρέπει να υπάρχει έστω ένα συνταγματικό “φρένο”;» (Open, 24.7.2026).
Με δεδομένα, λοιπόν, την οροφή δαπανών και την οροφή ελλειμμάτων (3% από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ), τι χρειάζεται το «συνταγματικό φρένο»; Για να έχουμε να λέμε στους αδαείς ψηφοφόρους ή για να το παραβιάζουν οι κυβερνήσεις, όπως κατά κόρον κάνουν με τις δήθεν «μη πρόωρες εκλογές»;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 30.8.2026
