Το 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης ήταν καμπή στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κινήματος. Οχι για τη Σοβιετική Ενωση καθαυτή, αλλά για το ίδιο το ΚΚΣΕ. Στο κάτω κάτω της γραφής, το καθεστώς δεν έγινε δημοκρατικό μετά την 25η Φεβρουαρίου 1956. Δεν σταμάτησαν οι παρεμβάσεις του «υπαρκτού» στην προσωπική ζωή των πολιτών. Οι αυθαίρετες συλλήψεις, εκτοπίσεις και δολοφονίες αντιφρονούντων συνεχίστηκαν.
Η ομιλία του Νικίτα Χρουστσόφ «Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της», που αποκάλυψε τα εγκλήματα του Στάλιν, τις διαβόητες «Δίκες της Μόσχας», τις διώξεις, τις δολοφονίες διαφωνούντων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, δεν είχαν να κάνουν με το πόπολο, το οποίο διαβιούσε όπως μπορούσε κάτω και από τον σταλινικό ζυγό. Για πολλούς ιστορικούς, εκείνη η ομιλία αποτελούσε ένα συμβόλαιο εντός της κομματικής ελίτ, που χονδρικώς έλεγε ότι ακόμη κι αν χάσουν τη μάχη για την εξουσία, δεν θα χάσουν και το κεφάλι τους.
Αυτό ήταν σημαντικό διότι παρά τα μαζικά εγκλήματα του Στάλιν στους λαούς της Σοβιετικής Ενωσης, όπως ήταν ο λιμός στην Ουκρανία με 3-5 εκατ. νεκρούς, το ποσοστό των θανατωθέντων απλών πολιτών ωχριά μπροστά στο ποσοστό εξόντωσης της κομματικής ελίτ. Από τα 139 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που εξελέγησαν το 1934 στο 17ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, οι 98 συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή πέθαναν στα γκουλάγκ κατά τις εκκαθαρίσεις της περιόδου 1936-1938. Ποσοστό γύρω στο 70%. Μεταξύ τους ήταν όλη η ηγεσία των Μπολσεβίκων που έκανε το Οκτωβριανό πραξικόπημα του 1917. Αντιστοίχως η δυτική δημοκρατία από γεννησιμιού της δεν φτιάχτηκε για τον λαό. Η Magna Carta ήταν ένα συμβόλαιο μεταξύ του βασιλέα και των αριστοκρατών – γαιοκτημόνων. Δικαίωμα ψήφου μέχρι τον 18ο19ο αιώνα είχαν μόνο όσοι κατείχαν περιουσία. Κατόπιν –αν δεν υπήρχε η θεωρητική επεξεργασία φωτισμένων φιλελεύθερων διανοητών που οδήγησε τις μάζες σε αγώνες υπέρ της
Δημοκρατίας– θα μπορούσαμε να μιλάμε για το φαινόμενο του «trickle down politics». Το δικαίωμα ψήφου έγινε «καθολικό» για όλους τους λευκούς άνδρες ανεξαρτήτως περιουσίας, μετά για τους μειονοτικούς (μη λευκούς) και τέλος για τις γυναίκες.
Οι κανόνες του πολιτικού παιγνίου δεν αφορούν τους «πολλούς». Τουλάχιστον όχι σε πρώτο χρόνο. Οι πολίτες πληρώνουν τις παραβιάσεις της καλής λειτουργίας των θεσμών μετά, όταν «ξαφνικά» φέρνουν μια κρίση. Αντιθέτως, η καλή λειτουργία τους πρέπει να αφορά πρωτίστως τους «λίγους», εκείνους που συναποτελούν την ελίτ μιας κοινωνίας. Τους πολιτικούς για προφανείς λόγους, τους κανονικούς επιχειρηματίες επειδή διά της κρατικής παρέμβασης στρεβλώνεται η λειτουργία της αγοράς, τους διανοουμένους που χρειάζονται την ελευθερία για να λειτουργήσουν, τους αληθινούς δημοσιογράφους που θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους κ.ά.
Συνεπώς η προάσπιση της δημοκρατικής τάξης δεν αποτελεί απλώς ηθικό τους καθήκον. Είναι όρος αυτοσυντήρησής τους. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτούς παρακολουθούσαν στο σκάνδαλο των υποκλοπών και όχι τον μπαρμπα-μήτσο από τα Γρεβενά. Αυτούς μαζεύουν σε περιπτώσεις σοβαρών εκτροπών, ή τους καθαρίζουν, όπως έγινε την περίοδο της σταλινικής θηριωδίας. Η σύμπλευση με τα καθεστώτα δεν παρέχει μακροχρόνια εξασφάλιση. Ξέρετε πόσοι ολιγάρχες «γλίστρησαν» και βρέθηκαν στο κενό όταν ο Πούτιν δεν τους χρειαζόταν άλλο;
Οταν το 2009 ήρθε «ξαφνικά» η κρίση, υπήρξε πάνδημη κατακραυγή κατά των ελίτ της χώρας. Δικαίως. Δεν προειδοποίησαν πριν, δεν είχαν σχέδιο για έξοδο από αυτήν. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι δεν έμαθαν από αυτήν. Ούτε τα βασικά της αυτοπροστασίας τους. Από τα 87 θύματα των υποκλοπών με το λογισμικό Predator (όλα εξέχοντα μέλη της ελληνικής ελίτ), μόνο πέντε κατέθεσαν μήνυση για να βρουν το δίκιο τους. «Σκοτίστηκα» (που με παρακολουθούσαν), είπε ο νομικός, και μάλιστα πανεπιστημιακός, κ. Ανδρέας Λοβέρδος. «Δεν είχα και τίποτα να κρύψω, να είμαι σαφής» (ΣΚΑΪ, 8.5.2026).
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 17.5.2026
