Κάποιοι μπορεί να συμμερίζονται την οργή τού – κατά δήλωσή του παλαίμαχου Αριστερού και δημοσιογράφου – Θανάση Καρτερού. Ισως να υιοθετούν και τους χαρακτηρισμούς που εμπεριέχονται στη φράση «το ερώτημα απασχολεί πλατείες και καφετέριες: Τελικά ο Ανδρουλάκης είναι βλάκας;», ασχέτως αν αυτή υποκρύπτει μια λεπτή αντίφαση. Παρακάτω γράφει ότι «η γραμμή του προέδρου του ΠαΣοΚ και των εκπροσώπων του “φωνάζει”: Οξύνετε, διχάστε, συκοφαντήστε και βρίστε τον Τσίπρα και την ΕΛΑΣ!» («Εφ.Συν.», 11.10.2026).
Στην παλιά Αριστερά αυτές οι αντιφάσεις προσπερνώνται εύκολα. Η όξυνση, ο διχασμός, η συκοφαντία, οι ύβρεις των άλλων είναι καταδικαστέα. Οι δικές μας υπηρετούν το «προτσές της ιστορίας». Εξάλλου το ΠαΣοΚ έχει ακούσει πολλά και χειρότερα από τα στελέχη και τους γνωμηγέτες της παλιάς Αριστεράς. Ακόμη και η έργω άρνηση της δημοκρατίας, δηλαδή οι βίαιοι προπηλακισμοί κατά πολιτικών αντιπάλων και πρωτίστως κατά των στελεχών του ΠαΣοΚ, τη μαύρη περίοδο 2010-2015, δικαιολογήθηκαν με τον ίδιο τρόπο.
Πριν από χρόνια, σε ένα πάνελ σχετικά με την πολιτική βία, ο – επαναστατημένος τότε και υπουργός μετά – Γιώργος Κατρούγκαλος απευθύνθηκε στους Σταύρο Τσακυράκη, Δημήτρη Ψυχογιό και Αντιγόνη Λυμπεράκη λέγοντας «αυτό που ξεχωρίζει εσάς τους τρεις από εμένα είναι ότι εσείς είστε υπέρ της εξουσίας. Οταν έχουμε άδικο καθεστώς, η αντίσταση πρέπει να παίρνει βίαιη μορφή» («Free Thinking Zone», 20.11.2013). Στην αριστερή σκέψη είναι ενσωματωμένη η εξής αλληλουχία: ο λαός έχει πάντα δίκιο, εμείς είμαστε οι μόνοι γνήσιοι εκπρόσωποί του (όλοι οι άλλοι είναι «της εξουσίας»), συνεπώς ό,τι κι αν κάνουμε είναι καθαγιασμένο από το λαϊκό δίκιο.
Τέλος πάντων, (αστική) δημοκρατία έχουμε· οι αντιφάσεις και οι χαρακτηρισμοί (πλην της συκοφαντίας) επιτρέπονται ακόμη κι αν είναι οξείς, όπως του κ. Καρτερού. Το μόνο πρόβλημα στο αρχικό του άρθρο είναι ότι δεν ξέραμε ποιος τους απευθύνει. Ο δημοσιογράφος Θανάσης Καρτερός ή το μέλος της Πολιτικής Επιτροπής του κόμματος «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη»;
Μετά τον κουρνιαχτό που σήκωσε το άρθρο του, ο ίδιος έγραψε «Ενα σχόλιο-απάντηση στο ΠαΣοΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη» και διευκρίνισε ότι «ούτε ρωτάω, ούτε έχω σκοπό να ρωτάω κανέναν όταν γράφω κάτι. Δική μου η γραφίδα, δική μου η υπογραφή, δική μου η ευθύνη, δικό μου και τυχόν λάθος» («Εφ.Συν.», 13.10.2026).
Αν και στην πολιτική, όπως και στη ζωή, όλα είναι πιθανά, θα πάρουμε τοις μετρητοίς τις διαβεβαιώσεις του κ. Καρτερού. Πρόβλημα όμως υπάρχει, και δεν είναι αυτό που θα έλεγε ένας καλόπιστος αναγνώστης «γιατί δεν το είπε από την αρχή για να αποφύγουμε τη φασαρία;». Είναι ότι ο ίδιος παραμένει μέλος της ΠΕ της ΕΛΑΣ και ουδείς γνωρίζει αν οι προσωπικές απόψεις του αρθρογράφου συμπίπτουν με εκείνες του καθοδηγητικού οργάνου τού κόμματός του· δεν είδαμε δα κάποια αποδοκιμασία από την ΕΛΑΣ – ξαναλέμε – όχι του αρθρογράφου, αλλά του κομματικού τους στελέχους. Εξάλλου το ΠαΣοΚ δεν εγκαλεί τον κ. Τσίπρα για τις απόψεις του αρθρογράφου Καρτερού, αλλά για τις ύβρεις του κορυφαίου στελέχους τού κόμματός του.
Στη μητρόπολη του καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, έχουν λύσει αυτά τα προβλήματα με το αξίωμα, που στα ελληνικά και με βάση τη συγκυρία θα το μεταφράζαμε «ή γραφιάς γραφιάς, ή ΕΛΑΣ ΕΛΑΣ». Οι δημοσιογράφοι έχουν τις απόψεις τους, αλλά δεν μπορούν να είναι ενταγμένοι σε κόμματα, ούτε καν σε οργανώσεις προώθησης οποιουδήποτε ζητήματος, ακόμη και του πιο αγαθού. Οχι μόνο γιατί υποσκάπτεται η αξιοπιστία του Μέσου Ενημέρωσης, αλλά και επειδή δε θέλουν να μπαίνουν στη φασαρία να πείθουν τους κακόπιστους για το δισυπόστατο των αρθρογράφων τους.
