Το τελευταίο, όπως γίνεται συνήθως, είχε κάποια παραθυράκια, τα οποία άνοιγε κατά βούληση ο εκάστοτε εισαγγελέας. Λογικό. Για κάποια αδικήματα που θα μπορούσαν να είναι επαναλαμβανόμενα (όπως π.χ. ο βιασμός) επετράπη η δημοσίευση των φωτογραφιών, προκειμένου να αναγνωρίσουν τον δράστη άλλα πιθανά θύματα. Εν τοις πράγμασι, όμως, διαπιστώσαμε ότι αυτή η πρακτική δεν είχε συνοχή. Είδαμε και φωτογραφίες στην Ασφάλεια διαρρηκτών, οι οποίοι ως γνωστόν κινούνται στο σκοτάδι και δεν μπορούν να αναγνωριστούν από κανέναν. Η δημοσίευση ή μη των φωτογραφιών δεν ακολουθούσε κάποιον νομικό κανόνα, αλλά τον αντίκτυπο που είχε ή δεν είχε μια υπόθεση στο κοινό. Οπως είχε πει και ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Νίκος Σακελλαρίου, «το καθήκον μας ως δικαστών είναι να πιάσουμε τον σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας» (6.10.2016).
Ερχόμαστε τώρα στην υπόθεση του γνωστού τηλεπαρουσιαστή κ. Στάθη Παναγιωτόπουλου, ο οποίος κατηγορείται ότι βιντεοσκοπούσε κρυφά τις ερωτοτροπίες με πρώην συντρόφους του και τις δημοσιοποιούσε στο Διαδίκτυο. Η υπόθεση προκάλεσε πάταγο, επειδή ο κατηγορούμενος είναι γνωστός όλων· ποιος δεν έχει δει «Ράδιο Αρβύλα»; Παρ’ όλα αυτά οι Αρχές δημοσιοποίησαν τις φωτογραφίες του από την Ασφάλεια, ενώ οι χαρακτηρισμοί, π.χ. «πορνο-Στάθης», κρέμονται καθημερινώς στα περίπτερα.
Τα παραπάνω θέλουν να δείξουν πως το γνωστό «δόγμα Τσιάρα» εξυπηρετεί μόνο τον κ. Κώστα Τσιάρα και άλλους κυβερνητικούς ψηφοθήρες. Είκοσι χρόνια μετά την ψήφιση των λογοκριτικών νόμων, ένα σύνθετο πρόβλημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας παραμένει άλυτο και μαζί με την προσωπικότητα των κατηγορουμένων ευτελίζεται επί μία εικοσαετία και η έννοια του νόμου.
