Η αγορά δικαιωμάτων ρύπανσης δεν είναι το πρόβλημα. Είναι η λύση για να μπαίνει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Να πληρώνει το κόστος των αρνητικών επιδράσεων που προκαλεί η δραστηριότητά του.
Έχουν ένα δίκιο οι κάτοικοι των Δήμων της Δυτικής Αττικής. Πρέπει να είναι εξοργισμένοι. Ή έστω πικραμένοι. Αυτό που αρνείται οποιοσδήποτε να έχει σπίτι του, αυτό που οι γειτονικοί τους Δήμοι, της Ανατολικής Αττικής, αποφεύγουν με κινητοποιήσεις και χίλια δυο τερτίπια, αυτοί το φορτώνονται εξ ολοκλήρου. Η λυματολάσπη της Ψυττάλειας είναι ακόμη μία σταγόνα στο βρόμικο ποτήρι των πολιτικών πιέσεων, που όλοι οι Δήμοι της Αθήνας ασκούν. Χειρότερα: Επειδή ακριβώς έλειψε το πολιτικό θάρρος από τις προηγούμενες ηγεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι πιέσεις έπιασαν τόπο.
Υπάρχει όμως, ένα συνολικό πρόβλημα: Ποιος επωμίζεται το κόστος αυτού που στην οικονομία ονομάζεται «αρνητικές εξωτερικές επιδράσεις» κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας; Αυτές μπορεί να έχουν τη μορφή της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, της ηχορύπανσης ή να είναι ακόμη και τα σκουπίδια που παράγουν τα νοικοκυριά.
Οι άνθρωποι δεν ρυπαίνουν επειδή τους ευχαριστεί, αλλά γιατί δραστηριοποιούνται και καρπώνονται τα οφέλη. Η δραστηριότητά τους όμως, δημιουργεί και κάποιες αρνητικές επιπτώσεις, για τις οποίες δεν κοστολογούνται. Κατ’ ουσίαν με τη ρύπανση κάποιοι μεταθέτουν κόστος της δικής τους δραστηριότητας σε τρίτους και συνήθως στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι όλοι οι κάτοικοι του Λεκανοπεδίου μεταθέτουμε το κόστος της ρύπανσης διά των σκουπιδιών σήμερα, στους κατοίκους της Δυτικής και αύριο, στους κατοίκους της Ανατολικής Αττικής.
Η αριστερή αντίληψη στο θέμα των αρνητικών εξωτερικεύσεων δεν έχει εφαρμογή διότι αφενός, είναι κρατικιστική («το κράτος πρέπει να κάνει εκείνο και τ’ άλλο») και αφετέρου, είναι περίπου ιεραποστολική: «Να είστε καλοί άνθρωποι και να μη ρυπαίνετε το Περιβάλλον».
Στο ζήτημα των ΧΥΤΑ, όμως, έχουμε το εξής παράδοξο: Το κράτος «κάνει εκείνο και τ’ άλλο», θέλει να είναι φιλικό με το Περιβάλλον, αλλά οι πολίτες αντιδρούν. Καμιά τοπική κοινωνία δεν θέλει ΧΥΤΑ, κι αυτό είναι λογικό: Κανείς δεν θέλει να επωμιστεί το κόστος των εξωτερικών επιδράσεων των άλλων. Ακόμη και αν αυτό το κόστος είναι χαμηλό. Κακά τα ψέματα: Οσο καλή ανάπλαση του Περιβάλλοντος κι αν γίνεται σε ένα ΧΥΤΑ, υπάρχει ένα κόστος κατά τη διαδικασία συγκέντρωσης απορριμμάτων, το οποίο φορτώνεται στους ανθρώπους κάποιας περιοχής.
Η φιλελεύθερη αντίληψη (την οποία αρεσκόμαστε να βρίζουμε ως «ανάλγητη και νεοφιλελεύθερη») προτείνει κάτι πιο πρακτικό. Να αποδοθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι: Όποιος ρυπαίνει να πληρώνει και όποιος ρυπαίνεται να πληρώνεται. Αυτό είναι το διάσημο «θεώρημα Coase», το οποίο ο πατέρας του (ο νομπελίστας καθηγητής του Σικάγο, Ronald H. Coase) το θεωρεί τόσο προφανές που αναρωτιέται: «Γιατί πρέπει να υπάρχει;»…
Ο Ronald H. Coase είναι άγνωστος στην Ελλάδα, όπως εξάλλου όλοι οι φιλελεύθεροι στοχαστές που τους θυμόμαστε μόνον όταν είναι να τους καταγγείλουμε. Η βασική του συμβολή ήταν η δημοσιευμένη το 1960, πραγματεία με τίτλο: «Το πρόβλημα του κοινωνικού κόστους» («The Problem of Social Cost»). Μέχρι τότε η μόνη θεωρητική προσέγγιση αυτού του προβλήματος ήταν μέσω του κράτους, του οποίου οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί (μέσω των φόρων και των επιδοτήσεων κ.λπ.) μπορούσαν να απαλύνουν κάπως αυτές τις επιδράσεις. Για τον Coase όμως, αυτή δεν είναι η αποδοτικότερη λύση. Η ύπαρξη και διατήρηση αυτών των μηχανισμών έχει κόστος, το οποίο πάλι χρεώνεται η κοινωνία. Και πρότεινε τη δημιουργία (θου Κύριε…) αγοράς δικαιωμάτων εξωτερικών επιδράσεων (όπως π.χ. ρύπανσης). Σ’ αυτή την ιδέα βασίστηκε η Συμφωνία του Κιότο. Οι βιομηχανικές χώρες που ρυπαίνουν περισσότερο αγοράζουν δικαιώματα ρύπανσης από τις φτωχότερες. Και οι πρώτες κάνουν τη δουλειά τους και οι δεύτερες πληρώνονται για το κόστος που τους προκαλεί η δραστηριότητα των πρώτων.
Αυτό γίνεται, εν μέρει, και στην Αττική, αφού όλοι οι Δήμοι της Αττικής πληρώνουν περί τα 20 εκατ. ευρώ (6,8 δισ. δρχ.) στον Δήμο Άνω Λιοσίων. Είναι πολλά; Είναι λίγα; Δεν ξέρουμε, επειδή ακριβώς υπάρχει μονοπώλιο και δεν υπάρχει κίνητρο να δημιουργηθούν ανταγωνιστές του μοναδικού εν Αττική ΧΥΤΑ. Έτσι όμως, μπορεί ο δήμαρχος να εκβιάζει διαρκώς το κοινωνικό σύνολο (δέκα φορές έκλεισε τον ΧΥΤΑ σε 2,5 χρόνια) και οι δήμοι δεν έχουν κανένα κίνητρο να μειώσουν την παραγωγή σκουπιδιών. Όσα κι αν παράγουν τα ίδια θα πληρώσουν.
Αν όμως το τίμημα ήταν προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης, ακόμη και στη μονοπωλιακή κατάσταση όπου βρίσκεται σήμερα η Αττική, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Ο κ. Παπαδήμας ως μονοπωλητής θα αύξανε μεν υπερβολικά την τιμή απόθεσης ανά τόνο σκουπιδιών, τόσο που θα εδημιουργείτο κίνητρο σε άλλους δήμους να κάνουν τους δικούς τους ΧΥΤΑ. Αντί, δηλαδή, να σκοτώνεται το ΥΠΕΧΩΔΕ με τις τοπικές κοινωνίες για το πού θα γίνει η χωματερή, να τρέχουν οι δήμοι να φτιάξουν τους δικούς τους ΧΥΤΑ, ώστε να επωφεληθούν των υψηλών τιμών. Από την άλλη, κάθε δήμος, που πληρώνει ακριβά ανά τόνο τα σκουπίδια, θα είχε κίνητρο να μειώσει την παραγωγή σκουπιδιών έτσι ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στα αυξημένα έξοδα.
Η αγορά δικαιωμάτων ρύπανσης δεν είναι το πρόβλημα. Είναι η λύση για να μπαίνει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Να πληρώνει το κόστος των αρνητικών επιδράσεων, που προκαλεί η δραστηριότητά του. Έτσι μόνο θα έχει κίνητρο να μειώσει αυτές τις επιδράσεις. Αλλιώς με τα αριστερά ευχολόγια μπορεί να χτίζονται ανώγεια και κατώγεια, ΧΥΤΑ όμως δεν πρόκειται να φτιαχτούν…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 7.6.2005
