Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κοινωνία οφείλεται και στο έλλειμμα σοβαρότητας στον διάλογο. Κατ’ αρχήν ισοπεδώνονται τα πάντα και τα αντίθετά τους. Δεν λύνεται τίποτε ή χειρότερα: οι λύσεις γίνονται ακραίες και επιδεινώνουν τα προβλήματα.
Μια από τις παθογένειες του δημόσιου διαλόγου είναι τα δημοσιογραφικά στερεότυπα που επαναλαμβάνονται τόσο πολύ και τόσο συχνά που γίνονται ξέχωρη από την πραγματικότητα «αλήθεια». Από τους αθώους Σέρβους που τους πολιορκούσε το Σεράγεβο, μέχρι τη Βαγδάτη που θα γινόταν Στάλινγκραντ, η χώρα έζησε πολλές φορές σε συνθήκες εικονικής πραγματικότητας.
Το πρόβλημα όμως είναι πως μόλις τα ΜΜΕ εγκαταλείψουν κάποια ψευδή στερεότυπα, τα αντικαθιστούν αμέσως από τα αντίθετά τους, τα οποία επίσης δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Το γράφαμε και παλαιότερα: «Σε όλα τα ζητήματα η χώρα μοιάζει με τρελό φορτηγό. Κινείται με τις μπάντες. Από την ευδαιμονία του 2004 περάσαμε στην κατάθλιψη του 2008. Τότε, με αφορμή μια πετυχημένη κεφαλιά του Χαριστέα, τα ΜΜΕ μίλησαν για “αναγέννηση του έθνους”. Σήμερα είναι το μόνο έθνος που δεν μπορεί να διαχειριστεί την “τεράστια κληρονομιά του 2004”. Τότε είχαμε τον “Ηρακλή τον Ελληνα”, για να αποκτήσουμε δύο χρόνια μετά τον “ξένο Ρεχάγκελ”… Πριν από δεκαπέντε χρόνια ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν για την κοινή γνώμη “ο Γιωργάκης το παιντί με το λάπτοπ”. Δέκα χρόνια πριν έγινε “Γιώργος” και το 2004 “Γεώργιος ο Σωτήρ” (του ΠΑΣΟΚ, της χώρας κ.λπ.). Σήμερα είναι πάλι ο “Γιωργάκης, το παιδί που δεν μπορεί”. Δεν γνωρίζω αν αυτό λέει κάτι για τον κ. Παπανδρέου, αλλά λέει πολλά για το πώς διαμορφώνεται η κοινή γνώμη.
Πριν από μερικά χρόνια ο συνδικαλισμός ήταν ιερός και όσα έλεγαν οι συνδικαλιστές θέσφατα. Σήμερα κάθε απεργία πλήττει ένα κοινωνικό αγαθό και οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν δολοφόνοι του κοινού ποινικού δικαίου. Δεν γνωρίζω αν αυτό λέει κάτι για τον συνδικαλισμό, αλλά λέει πολλά για τη συζήτηση περί συνδικαλισμού». («Καθημερινή» 12.3.2008).
Κάπως έτσι, ακραία, γίνεται και η συζήτηση περί της Αριστεράς. Από την «αγιοσύνη» που τη χαρακτήριζε πριν από μερικά χρόνια, φτάσαμε στην Αριστερά που σπάει βιτρίνες και καίει τα μαγαζιά των εμποράκων. Δεν είναι άμοιρη ευθυνών η ίδια. Ο ίδιος λαϊκισμός που της χρησίμευσε πολύ, όλα τα προηγούμενα χρόνια, αρχίζει να στρέφεται εναντίον της. Τα στερεότυπα που καλλιέργησε, φυτρώνουν τώρα ανάποδα. Μόνο που η αντικατάσταση του ενός στερεότυπου με το αντίθετό του δεν διορθώνει τίποτε. Απλώς προσθέτει προβλήματα στα υπάρχοντα.
Υπάρχει μια προβληματική σχέση της Αριστεράς με τη βία. Αυτή δεν έχει να κάνει με το στερεότυπο του «ανεύθυνου ΣΥΡΙΖΑ» και του «υπεύθυνου ΚΚΕ». Και το ΚΚΕ τάσσεται υπέρ της επαναστατικής βίας, αλλά «όχι τώρα». Αν εξαιρέσουμε τη σοσιαλδημοκρατία και το μικρό κομμάτι που απέμεινε από το παλιό ΚΚΕ εσ. οι ονειρώξεις περί της βίαιης ανατροπής του συστήματος διατρέχουν κάθε έκφανσή της. Εξ ου και τα μισόλογα καταδίκης της βίας. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να θεωρείται η Κουμουνδούρου, οργανωτής ή υποκινητής όλης αυτής της αναταραχής.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κοινωνία οφείλεται και στο έλλειμμα σοβαρότητας στον διάλογο. Κατ’ αρχήν ισοπεδώνονται τα πάντα και τα αντίθετά τους. Δεν λύνεται τίποτε ή χειρότερα: οι λύσεις γίνονται ακραίες και επιδεινώνουν τα προβλήματα. Ετσι οδηγείται η χώρα σε παράκρουση. Της φταίνε τα πάντα και τα αντίθετά τους κι αυτό καταλήγει σε απελπισία. Η δε ισοπέδωση μαζί με την απελπισία εγγράφεται περίεργα στο μυαλό των νέων…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 18.12.2008
