Το μέγιστο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να πιστέψουμε ότι η διαφθορά είναι γενικευμένο πρόβλημα. Όπως και να πιστέψουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή είναι ελάχιστοι οι διεφθαρμένοι.
Είναι θλιβερά όσα αποκαλύπτονται τον τελευταίο καιρό για σκάνδαλα στην Δικαιοσύνη και στην Εκκλησία. Πολλοί πιθανώς να πίστευαν ότι οι δύο αυτοί θεσμοί θα ήταν αμόλευτοι από την διαφθορά. Αδίκως, βέβαια, γιατί και οι δύο υπηρετούνται από ανθρώπους. Και τα ανθρώπινα πεπραγμένα δεν είναι αμόλυντα από την διαφθορά.
Οι αποκαλύψεις άμεσα θέτουν δύο ζητήματα. Πρώτον την εκτίμηση του μεγέθους του προβλήματος και δεύτερον τον τρόπο αντιμετώπισης του. Σε ότι αφορά το πρώτο, το μέγιστο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να πιστέψουμε ότι η διαφθορά είναι γενικευμένο πρόβλημα. Όπως και να πιστέψουμε το αντίθετο, ότι δηλαδή είναι ελάχιστοι οι διεφθαρμένοι. Το πρόβλημα στους παραπάνω συλλογισμούς βρίσκεται στη λέξη «πιστέψουμε». Πρέπει να μάθουμε. Δυστυχώς η τηλεόραση δεν βοηθά σ’ αυτό. Είναι ένα Μέσο που από την φύση του διογκώνει και παραμορφώνει τα προβλήματα. Είναι μεν αποκαλυπτικό, αλλά ταυτόχρονα είναι και παραπλανητικό Μέσο. Αποκαλυπτικό ως προς τα συμβάντα και παραπλανητικό ως προς την έκτασή του. Επειδή ακριβώς εστιάζει στο θυμικό παρά στη σκέψη -και όσα αποκαλύπτονται είναι εξωφρενικά- η εύκολη αντίδραση είναι να πεισθεί ο μέσος τηλεθεατής ότι η Ελλάς έγινε μια απέραντη Ζούγκλα.
Τα παραπάνω δεν θέλουν να υποτιμήσουν το μέγεθος του προβλήματος. Μπορεί η διαφθορά να είναι πλέον γενικευμένη. Μπορεί και όχι. Θέλουν να επισημάνουν όμως ότι αυτό που σοκάρει δεν είναι κατ’ ανάγκη κι ολόκληρη η πραγματικότητα. Μπορεί να είναι ένα απεχθές μεν, μέρος της δε…
Τοπ δεύτερο που πρέπει να προσέξουμε είναι πως αντιδρούμε σ’ αυτά τα φαινόμενα. Κακά τα ψέματα. Διαφθορά υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε όλες τις κοινωνίες. Τα κράτη δικαίου κρίνονται από το πως αντιδρούν (εάν αντιδρούν) σ’ αυτά τα φαινόμενα. Όταν υπάρχει κάθαρση και καυτηριασμός, το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας παραμένει υγιές. Αν αντιθέτως υπάρχει συγκάλυψη τότε η ενοχή εξαπλώνεται. Αν υπάρχει και σιωπή τότε μολύνεται ολόκληρη η κοινωνία. Η σιωπή δεν είναι λύση κι όσοι αποκαλύπτουν καλά κάνουν. Η συγκάλυψη επίσης δεν είναι λύση -παρά το γεγονός ότι υπάρχει ο κίνδυνος τραυματισμού των θεσμών. Τα φαινόμενα διαφθοράς πρέπει να αποκαλύπτονται, να στηλιτεύονται και να τιμωρούνται.
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος κίνδυνος. Εκείνος της υπεραντίδρασης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια και με αφορμή διάφορα μικρά (όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) σκάνδαλα η αντίδραση ήταν εν βρασμώ και μεγάλη. Το γεγονός ότι ένας βουλευτής έπαιζε «φρουτάκια» (και καταγράφτηκε στην κάμερα), οδήγησε σε ένα νομοθέτημα έκτρωμα το οποίο απαγορεύσει κατ’ ουσία τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μπορεί να ακούγεται γελοίο, αλλά κάποιοι μικροεπιχειρηματίες (που έχουν internet-café) ζουν στο πετσί τους την υστερία του 2003. Το γεγονός ότι κάποιοι βουλευτές είχαν ως δικηγόροι πολύκροτες υποθέσεις, οδήγησε (συνταγματικά μάλιστα) στο «ασυμβίβαστο». Μπορεί κάποιοι να νομίζουν ότι αυτό αφορά 10-20 της Βουλής, αλλά δεν είναι έτσι. Απομακρύνει από τη μελλοντική πολιτική σκηνή άξιους επαγγελματίες που μπορούν να προσφέρουν. Την διαπλοκολογία θα την πληρώσουμε με μείωση επενδύσεων. Όλα έχουν ένα κόστος και απομένει να δούμε πως θα μεταφραστούν τα νέα σκάνδαλα και τι επιπτώσεις θα έχουν.
Στην δεκαετία του 1980 η Ιταλία έζησε την δική της «κάθαρση». Ήταν αναγκαία, αλλά κάπου πήρε τον δρόμο της υπερβολής. Το τέλος της μας είναι γνωστό. Η υπεραντίδραση οδήγησε σε απαξία όλο το σύστημα και το αποτέλεσμα ήταν ο κ. Σύλβιο Μπερλουσκόνι.
Μην παρεξηγηθούμε: ο καυτηριασμός της πληγής είναι αναγκαίος. Απλώς πρέπει να γίνεται με προσοχή γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να καούμε.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 30.1.2005
