Ακούγεται καλό –και προπαντός φιλελεύθερο– πράγμα ο «δημοσιονομικός κόφτης» που κυκλοφορεί πρωτίστως στις στήλες των μέσων ενημέρωσης. Δεν ξέρουμε τι μορφή θα λάβει, αλλά ο πρωθυπουργός δεν εκστόμισε ποτέ κάτι τέτοιο.
Μίλησε μόνο για «δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μη διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού» (2.2.2026).
Οπότε, αν καταλαβαίνουμε καλά, η προαναγγελία μάλλον θα συρρικνωθεί σε συνταγματικό περιορισμό των υποσχέσεων, παρά των δαπανών.
Οι τελευταίες, έτσι κι αλλιώς έχουν κόφτη, που είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας· δεν είπαμε –με αφορμή την ίδρυση μη κρατικών παραρτημάτων ΑΕΙ– και δεν αποφάσισε το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει και του Συντάγματος; Στην Ελλάδα, μάλιστα, λόγω μεταμνημονιακών υποχρεώσεων (και… άτιμου πρότερου βίου) ο πέλεκυς είναι καλύτερα ακονισμένος.
Προς τι, λοιπόν, το πυροτέχνημα περί «δημοσιονομικού κόφτη»; Και αν υπερψηφιζόταν, πώς θα λειτουργούσε αυτός; Το πρώτο είναι εμφανές. Με την πρόταση μιας τέτοιας διάταξης, θα εκτεθεί η αντιπολίτευση ως δημοσιονομικώς ανεύθυνη, αφού δεν πρόκειται να συναινέσει.
Ας πούμε, όμως, ότι υπερψηφίζεται η πρόταση και θεσπίζεται στο Σύνταγμα ο κόφτης του 3% ελλείμματος, που ήδη προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ· για χρέος στο 60% του ΑΕΠ δεν γεννάται λόγος, διότι θα γελάσει κάθε πικραμένος.
Στη ζωή όμως και στην πολιτική προκύπτουν αναποδιές, όπως είναι πανδημίες, πόλεμοι κ.λπ., που κάνουν αυτά τα φρένα επικίνδυνα. Στη Γερμανία, βρήκαν εύσχημους τρόπους παράκαμψής του, στις ΗΠΑ κάθε λίγο και λιγάκι κλείνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση (shutdown) μέχρι να αποφασίσουν τα δύο κόμματα να βάλουν το «φρένο χρέους» λίγο παραπέρα.
Στην Ελλάδα, επειδή είμαστε έξυπνοι και ξέρουμε τι συνέβη αλλού, η διάταξη μπορεί να είναι ως εξής: «Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) εκτός εάν προκύψει ανάγκη εξαιρετικής σημασίας».
Και μετά θα γίνει της βουλευτικής περιόδου. Το Σύνταγμα στο άρθρο 42 λέει ρητώς ότι «οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη, που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών».
Αλλά –επειδή, όπως προείπαμε, είμαστε «προβλεπτικοί»– το άρθρο 41 αφήνει μια διέξοδο: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας».
Το Κυπριακό, όλα τα προηγούμενα χρόνια, είχε γίνει το ανέκδοτο της πολιτικής πιάτσας. Οποτε κάποιος πρωθυπουργός ήθελε να κάνει πρόωρες εκλογές, καμωνόταν ότι υπάρχουν εξελίξεις στη Μεγαλόνησο, η αντιμετώπιση των οποίων θέλουν «νωπή λαϊκή εντολή».
Τα τελευταία είκοσι χρόνια παραβιάζεται και το γράμμα του Συντάγματος, αφού γίνονται πρόωρες εκλογές, χωρίς καν να κατεβεί το Κυπριακό από το ράφι.
Κάπως έτσι θα γίνει και με τον «δημοσιονομικό κόφτη», αν αυτός προκύψει. Κάθε λίγο και λιγάκι θα βρίσκεται κάποια «έκτακτη ανάγκη» (είναι γεμάτη η ζωή από αυτές) που θα βαφτίζεται «εξαιρετικής σημασίας».
«Δηλαδή το πρόβλημα του Σουδάν είναι ότι δεν έχει καλό Σύνταγμα;» ρωτούσε περιπαικτικά ο Σταύρος Τσακυράκης στα χρόνια της κρίσης, όταν του ετίθετο το ζήτημα της «συνταγματοποίησης» διάφορων οικονομικών πολιτικών που εκ των πραγμάτων έπρεπε να ακολουθήσουν οι κυβερνήσεις.
Η δημοσιονομική σταθερότητα επιτυγχάνεται με σοβαρότητα και ουχί με συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα παρακαμφθούν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.2.2026
