Εμείς ξέρουμε καλύτερα;

on . Posted in MME & πόλεμος


Το γεγονός ότι 51% των Ελλήνων υποστήριζε τη Χεζμπολάχ στον πρόσφατο πόλεμο του Λιβάνου (ενώ τα ποσοστά υποστήριξης στις άλλες δυτικές χώρες δεν ξεπέρασαν το 20%) είναι θέμα άποψης. Το γεγονός όμως ότι το 79% των Ελλήνων πιστεύει ότι το Ισραήλ ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο (όταν το αντίστοιχο ποσοστό στον Λίβανο είναι μόλις 59%) είναι πρόβλημα ενημέρωσης. Οχι στον Λίβανο, όπου η Χεζμπολάχ έχει δικό της κανάλι, αλλά στην Ελλάδα όπου το πνεύμα της «αντίστασης» τύπου Χεζμπολάχ έχει κερδίσει την καρδιά και το μυαλό των ΜΜΕ.

Σε μια δημοκρατική χώρα καθείς μπορεί να είναι με όποιον θέλει. Εστω άκριτα κι άστοχα. Οπως μπορεί κάποιος να είναι δωδεκαθεϊστής, έτσι μπορεί να δηλώνει υποστηρικτής της Χεζμπολάχ. Οπως δικαιούται να θαυμάζει τον Σαλπιγγίδη, έτσι μπορεί να αγαπάει και τον Ναστράλα.

Μπορεί, από τη διαστρωμάτωση των φιλάθλων ή τον βαθμό υποστήριξης σε κάποιον αντιμαχόμενο, να βγαίνουν ενδιαφέροντα κοινωνιολογικά συμπεράσματα, αλλά το δικαίωμα σε κάθε ανορθολογισμό είναι αναφαίρετο. Ολοι έχουν το δικαίωμα να ερμηνεύουν τα γεγονότα κατά το κέφι τους, αλλά το ποιος ξεκίνησε τον τελευταίο πόλεμο δεν είναι θέμα ερμηνείας. Είναι άγνοια γεγονότων, η οποία πιθανώς να εξηγεί και τις ερμηνείες.

Η δημοσκόπηση της TNS-ICAP Gallup International (που δημοσίευσε χθες η «Καθημερινή») δείχνει πολλά για τη χώρα, αλλά αναδεικνύει περισσότερα για τα ΜΜΕ. Μπορεί στην Ελλάδα να πλεονάζει η ευαισθησία, αλλά υπάρχει ένα πολύ σοβαρό έλλειμμα ενημέρωσης. Οπως πριν από τους βομβαρδισμούς στο Κόσοβο δεν ξέραμε τίποτε για τη Σρεμπρένιτσα και κατά τη διάρκεια του δεύτερου πολέμου στο Ιράκ πεισθήκαμε ότι η Βαγδάτη θα γίνει Στάλινγκραντ, έτσι και τώρα οκτώ στους δέκα Ελληνες «γνωρίζουν» ότι αυτόν τον πόλεμο τον ξεκίνησε το Ισραήλ. «Εμείς ξέρουμε καλύτερα» και από τους Λιβανέζους.

Αυτό είναι εν πολλοίς προϊόν της τηλεοπτικής κυριαρχίας στην ενημέρωση. Τα δελτία «ειδήσεων» δεν δίνουν χρόνο στις πολύπλοκες πολιτικές διεργασίες. Θέλουν εκρήξεις, θύματα και αίμα. Δεν ασχολούνται καν με ήσσονος (για την τηλεόραση) σημασίας συνοριακά επεισόδια, όπως ήταν η απαγωγή και δολοφονία των ισραηλινών στρατιωτών. Ξαφνικά παρουσιάζουν στους τηλεθεατές ένα εντυπωσιακό πόλεμο με πολύ αίμα. Επόμενο είναι οι τελευταίοι να βγάζουν συμπεράσματα από ελλιπή εικόνα. Οταν η Μέση Ανατολή είναι γενικώς απούσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες και ξαφνικά οι Ελληνες τηλεθεατές βλέπουν το Ισραήλ να βομβαρδίζει, επόμενο είναι να θεωρούν ότι το Ισραήλ (πέρα από το γεγονός ότι φταίει που υπάρχει) ξεκίνησε τη σύγκρουση. Ειδικά όταν και μετά την κρίση κανείς δεν εξηγεί το ιστορικό, αλλά όλοι αναλίσκονται σε κραυγές για το κακό που γίνεται.

Η συναισθηματική προσέγγιση της πραγματικότητας είναι ένα ακόμη στοιχείο που αφαιρεί από την ενημέρωση. Σε κάθε πόλεμο μπορεί να μαθαίνουμε πόσο στενοχωρημένοι ή οργισμένοι είναι οι απεσταλμένοι των καναλιών, αλλά πληροφορούμαστε ελάχιστα για την ίδια τη σύγκρουση. Στον λόγο περισσεύει το συναίσθημα και λείπει η πληροφορία.

Το τρίτο πρόβλημα είναι πως οι Ελληνες δημοσιογράφοι νιώθουν ότι πρώτιστο καθήκον τους είναι να αλλάξουν τον κόσμο αντί να τον ενημερώνουν. Θεάρεστη η πρώτη αποστολή, μόνο που η δουλειά τους απαιτεί το δεύτερο.

Τελικά αποτυγχάνουν και στα δύο: και τον κόσμο δεν μπορούν να αλλάξουν, αλλά και το κοινό τους δεν ενημερώνουν.. Το αποτέλεσμα είναι να απαξιώνονται τα ΜΜΕ και ως σταυροφόροι και ως φορείς ειδήσεων. Δηλαδή, κάποια στιγμή το 80% των Ελλήνων θα μάθουν ότι η Χεζμπολάχ έδωσε την αφορμή για τον τελευταίο πόλεμο. Κι όταν το μάθουν μαντέψτε ποιον θα λιθοβολήσουν.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 31.8.2006