Εθνικά θέματα και δημοσιότητα

on . Posted in MME & πόλεμος


Μεγάλη φασαρία και μικρή συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή την αποκάλυψη των ονομάτων πρακτόρων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών που κατηγορούνται ότι συμμετείχαν σε απαγωγές και ανακρίσεις Πακιστανών μεταναστών στη χώρα μας. Οι σύλλογοι προσωπικού της υπηρεσίας αντέδρασαν έντονα για την αποκάλυψη, κατηγορώντας τους δημοσιογράφους για υπονόμευση εθνικών συμφερόντων.

Με την ανακοίνωση καθαυτή προκύπτουν άμεσα κάποια ερωτήματα. Τι σόι μυστικές υπηρεσίες είναι αυτές που έχουμε οι οποίες όχι μόνο διαθέτουν σύλλογο προσωπικού (άρα εκλέγουν κατ' έτος διοικητικό συμβούλιο και συνεπώς δημοσιοποιούν από μόνες τους κάποια ονόματα), αλλά κάνουν κι ετήσιο χορό σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας;

Το δεύτερο, σοβαρότατο και διαρκώς αναδυόμενο ερώτημα έχει να κάνει με τον ορισμό του εθνικού συμφέροντος. Ποιος το ορίζει; Η κυβέρνηση, η ΕΥΠ, ή οι σύλλογοι προσωπικού της;

Ας ξεκινήσουμε με λίγη ιστορία. Στις 17 Απριλίου του 1961 οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ στέλνουν 1.300 Κουβανούς εξόριστους να αποβιβαστούν στον Κόλπο των Χοίρων. Η επιχείρηση, η οποία σημειωτέον είχε την έγκριση του τότε προέδρου Τζον Κένεντι, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία και ήταν ένα πρώτου μεγέθους διπλωματικό στραπάτσο των ΗΠΑ στον μαινόμενο τότε Ψυχρό Πόλεμο. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η απόβαση στον κόλπο των Χοίρων έσπρωξε τον ανασφαλή Φιντέλ Κάστρο στην αγκαλιά της Μόσχας η οποία του πούλησε προστασία δια πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές. Ένα χρόνο αργότερα οι ΗΠΑ και η ανθρωπότητα έφτασαν στο παρά ένα ενός θερμοπυρηνικού πολέμου με αφορμή την εγκατάσταση βαλιστικών πυραύλων λίγα χιλιόμετρα έξω από τις ακτές της Φλόριντα.

Χρόνια μετά, ο τότε διευθυντής των «New York Times» αποκάλυψε στα απομνημονεύματά του ότι η εφημερίδα είχε την είδηση της επικείμενης εισβολής. Δεν την δημοσίευσε όμως μετά από προσωπική παρέμβαση του Τζον Κένεντι, ο οποίος φυσικά επικαλέστηκε το εθνικό συμφέρον. «Ήταν το μεγαλύτερο λάθος στη δημοσιογραφική μου καριέρα», έγραψε ο James Scotty Reston.

Δεν ήταν μόνο δημοσιογραφικό το λάθος. Ήταν και εθνικό έγκλημα. Αν δημοσίευε την είδηση πιθανότατα η απόβαση να μην γινόταν, οι ΗΠΑ θα γλίτωναν το ρεζιλίκι και η ανθρωπότητα δεν θα έφτανε στο χείλος της καταστροφής. Εκ των υστέρων γνωρίζουμε ότι το εθνικό συμφέρον επέτασσε την δημοσιοποίηση αυτής της μυστικής επιχείρησης.

Η έκφραση κλειδί σ' αυτού του τύπου τα διλήμματα είναι το «εκ των υστέρων». Δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν η δημοσιοποίηση ή η απόκρυψη κάποιων πληροφοριών θα είναι σε όφελος τους εθνικού μας συμφέροντος. Γι' αυτό και όσοι κορυβαντιούν για την αποκάλυψη «εθνικών μυστικών» δεν το κάνουν με αγαθές εθνικά προσθέσεις. Απλώς θέλουν να κρύψουν δικές τους αποτυχίες ή και παρανομίες.

Το εθνικό συμφέρον είναι τόσο ρευστό και μεταβαλλόμενο στο χρόνο που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να οριστεί. Από την ιστορία επίσης διδασκόμαστε ότι η ανοιχτή δημοκρατική κοινωνία των ΗΠΑ μεγαλούργησε. Αντιθέτως η απόλυτη μυστικότητα που χαρακτήριζε τις πράξεις των κυβερνώντων την Σοβιετική Ένωση, δεν την έσωσε από την καταστροφή. Πιθανότατα, μάλιστα, να ήταν ένας από τους παράγοντες που την οδήγησαν στην κατάρρευση.

Η Δημοκρατία μεγαλούργησε, όχι γιατί είναι ωραίο ή ηθικό πολίτευμα, αλλά γιατί δια των πολλαπλών ελέγχων (από τον τύπο, την αντιπολίτευση, τις κοινωνικές οργανώσεις κ.λ.π.) λαμβάνονται ορθότερες αποφάσεις. Η συζήτηση που προϋποθέτει κάθε δημοκρατικά ειλημμένη απόφαση είναι προϊόν πολλών περισσότερων εγκεφάλων καθένας από τους οποίους βάζει ένα λιθαράκι, προσθέτει μια διάσταση στο υπό εξέταση ζήτημα και οι ενέργειες είναι πιο σφαιρικές, οι αποφάσεις πιο ορθές. Οι εκτός δημοκρατικού ελέγχου ενέργειες των αρχών δεν είναι ανήθικες. Συνήθως είναι αποτυχημένες ακριβώς γιατί η μυστικότητα αποτρέπει την καλή επεξεργασία των κινήσεων.

Το 1971, ενώ μαινόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι εφημερίδες «Washington Post» και «New York Times», άρχισαν την δημοσίευση απόρρητων εγγράφων του Πενταγώνου («Pentagon Papers») σχετικά με την πορεία του πολέμου. Η κυβέρνηση Νίξον προσέφυγε στα δικαστήρια για να σταματήσει τη δημοσίευση. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ είναι ιστορική για την υπεράσπιση της ελεύθερης δημοσιογραφιίας: «δουλειά της κυβέρνησης είναι να κρύβει τα μυστικά της, ενώ δουλειά των δημοσιογράφων είναι να τ' αποκαλύπτουν», κατέληγε...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 31.12.2005