Διάβρωση του κράτους δικαίου

on . Posted in Iδιωτική ζωή

Τ​​ελικώς τα πρωτοπαλίκαρα της κυβέρνησης είναι μαρξιστές. Οχι του Καρόλου Μαρξ, αλλά του Γκράουτσο που άφησε στην ιστορία τον ορισμό της υποκρισίας: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αν δεν σας αρέσουν έχω κι άλλες». Υπήρχαν, για παράδειγμα, οι αγώνες του για την προστασία της ιδιωτικότητας σε δημόσιους χώρους. Ηταν η εποχή που ακόμη και οι κάμερες της τροχαίας συνιστούσαν απειλή στην προσωπική ζωή των πολιτών. Ποιος ξεχνά ότι τα στελέχη του νυν κυβερνώντος κόμματος ξεσπάθωσαν προ δεκαετίας με πύρινες ανακοινώσεις κατά της τοποθέτησης μέσων καταγραφής πέριξ της αμερικανικής πρεσβείας, απ’ όπου –παρεμπιπτόντως– είχε φύγει μια ρουκέτα; Τι δεν ακούσαμε τότε! «Για τον Μεγάλο Αδελφό» που θα παρακολουθούσε την ιδιωτική μας ζωή στις... πλατείες: «Δεν μπορούμε να δεχτούμε λογικές Μεγάλου Αδελφού που με “ορθάνοιχτα μάτια” θα παρακολουθεί, θα καταγράφει και θα φακελώνει τις διαδηλώσεις, τους διαδηλωτές και την καθημερινότητα των πολιτών. Λογικές που θεωρούν ότι όλοι είμαστε ύποπτοι. Και ότι αυτό είναι για το δικό μας καλό!» (Νίκος Χουντής, τότε γραμματέας της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής Συνασπισμού 15.1.2007).

Ομως καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και υπερευαίσθητος ως αντιπολίτευση στα ατομικά δικαιώματα, περνά ως κυβέρνηση στο ακριβώς απέναντι άκρο. Ενώ ανησυχούσε κι έσκουζε για τη χρήση του DNA ως αποδεικτικού μέσου (διότι υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθούν βάσεις δεδομένων που θα παραβίαζαν την ιδιωτική ζωή των πολιτών) ψήφισε διάταξη με την οποία ακόμη και τα προϊόντα εγκλήματος νομιμοποιούνται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στις υποθέσεις φοροδιαφυγής. Το χειρότερο δε είναι ότι πανηγυρίζει για την κατάφωρη παραβίαση των αρχών δικαίου. Οπως έγραψε η «Αυγή»: «Η κυβέρνηση κατέθεσε χτες στη Βουλή τροπολογία που λύνει τα χέρια των οικονομικών εισαγγελέων. Επιτρέπει ουσιαστικά τη χρήση των στοιχείων από τις κάθε είδους λίστες, ώστε να μην μπορούν να επικαλεστούν οι μελλοντικοί κατηγορούμενοι φοροφυγάδες πως διώκονται βάσει στοιχείων τα οποία αποτελούν προϊόν “εγκλήματος”. Σαν να λέει, δηλαδή, ο δολοφόνος ότι δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί επειδή οι διωκτικές αρχές απέκτησαν παράνομα το μείζον αποδεικτικό στοιχείο, το όπλο του εγκλήματος» («Οταν υπάρχει βούληση, υπάρχει και τρόπος», «Αυγή» 23.12.2015).

Προφανώς δεν έχουν ακούσει τίποτε για το «δόγμα του φρούτου από δηλητηριασμένο δένδρο» (fruit of the poisonous tree doctrine) διά του οποίου δεν γίνονται δεκτά στο δικαστήριο στοιχεία από παράνομες έρευνες, βασανισμό κ.λπ. Το συγκεκριμένο δόγμα δεν θεσπίστηκε για να κάνει τη ζωή των διωκτικών αρχών δύσκολη, αλλά για να προστατεύσει τους πολίτες από τον κρατικό Λεβιάθαν. Αν όπως λέει η «Αυγή» «ο δολοφόνος θα καταδικαστεί επειδή οι διωκτικές αρχές απέκτησαν παράνομα το μείζον αποδεικτικό στοιχείο, το όπλο του εγκλήματος», αυτό σημαίνει αφενός ότι οι διωκτικές αρχές έχουν ήδη βγάλει τη δικαστική απόφαση ενοχής και απλώς την «στολίζουν» με αποδεικτικά στοιχεία, και αφετέρου (το κυριότερο) δεν προστατεύονται οι αθώοι. Το ίδιο εύκολα που «φυτεύεται» ένα αποδεικτικό στοιχείο σε κάποιον που μελλοντικώς θα αποδειχθεί ένοχος, το ίδιο εύκολα «φυτεύεται» σε κάποιον που μετά δεν μπορεί να αποδείξει ότι είναι αθώος. Το «δόγμα του φρούτου από δηλητηριασμένο δένδρο» εφευρέθηκε για να προστατεύσει τους πολίτες από τον υπερβάλλοντα ζήλο των διωκτικών αρχών να κλείσουν υποθέσεις χωρίς σεβασμό στην έννομη τάξη την οποία προστατεύουν. Και είναι περίεργο να νομιμοποιεί κάποιος έκνομες πράξεις για την υπεράσπιση της έννομης τάξης.

Το αστείο είναι ότι το ίδιο επιχείρημα περί «smoking gun» χρησιμοποίησαν και οι ακροδεξιοί του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ΗΠΑ για την παράνομη κράτηση και παράνομη απόσπαση ομολογιών από υπόπτους της Αλ Κάιντα στο Γκουαντάναμο και άλλες μυστικές τοποθεσίες ανάκρισης. Το στοίχημα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας ήταν τόσο μεγάλο, που μερικές αρχές δικαίου έπρεπε να παραβιαστούν, ή όπως θα έλεγε και η «Αυγή», «δεν είναι δυνατόν να μην καταδικαστούν οι τρομοκράτες επειδή η CIA απέκτησε παρανόμως τα αποδεικτικά στοιχεία του εγκλήματος».

Την ίδια ακριβώς ανακολουθία και υποκρισία προπαγανδίζει και ο πρόεδρος της Βουλής σχετικά με τη δημοσιοποίηση του «πόθεν έσχες» και των υπόλοιπων υπόχρεων, πλην πολιτικών. Ο κ. Νίκος Βούτσης που στην αντιπολίτευση (και μετά τη ρουκέτα στην αμερικανική πρεσβεία) ανησυχούσε για «παράγοντες που θέλουν περισσότερη καταστολή, περισσότερες κάμερες, λιγότερες ελευθερίες, λιγότερα δικαιώματα» (ΝΕΤ 13.1.2007) τώρα υποστηρίζει τη «δημόσια ανάρτηση των “πόθεν έσχες” των φορέων και των τριών εξουσιών, καθώς και των “δημοσιολογούντων” κατά τη συζήτηση των αλλαγών στον Κανονισμό της Βουλής, υπογραμμίζοντας ότι “δεν είναι σωστό να είναι αναρτημένα μόνο τα ‘πόθεν έσχες’ των πολιτικών προσώπων” και επισημαίνοντας ότι δημοσιογράφοι και εκδότες καταθέτουν “πόθεν έσχες”, όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι που εμπλέκονται με προμήθειες» (Βουλή 10.11.2015).

Βεβαίως, είναι πολύ βολικό για διάφορους πολιτικούς, που ξεχνούν να δηλώσουν εκατομμύρια, να χάνονται τα «πόθεν έσχες» τους στα 60.000 που κατατίθενται κάθε χρόνο. Είναι διαφορετικό να ελέγχεις το «πόθεν έσχες» 300-400 ατόμων που αποτελούν την κορυφή του πολιτικού προσωπικού, και εντελώς αναποτελεσματικό να ελέγχεις 60.000. Το 2003, όταν η κυβέρνηση Σημίτη –υπό την πίεση του αριστερού λαϊκισμού, ναυαρχίδα του οποίου ήταν η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»– επέκτεινε την υποχρέωση κατάθεσης, σημειώναμε το παράλογο: «Κι ενώ το “πόθεν έσχες” των πολιτικών κατέληξε σε φαρσοκωμωδία, ουδείς ασχολήθηκε με τα αίτια της αποτυχίας του. Αντιθέτως: έχοντας ένα αποτυχημένο σύστημα, το επεκτείναμε και σε άλλους: στους δημοσίους υπαλλήλους (εμβαθύνοντας κατ’ ουσίαν τον έλεγχο για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος) και στους δημοσιογράφους, προσπαθώντας να λύσουμε και το πρόβλημα της διαπλοκής. Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουμε: είχαμε μια αποτυχία στον έλεγχο της διαφθοράς για μια μικρή ομάδα ανθρώπων (βουλευτές και υπουργούς) και αυτή την αποτυχία την διογκώσαμε κάθετα και οριζόντια. Κάθετα στον κρατικό μηχανισμό και οριζόντια σε ανθρώπους εκτός του κράτους. Είχαμε δηλαδή μια μικρή αποτυχία και την κάναμε μεγάλη. Αποτύχαμε με μια μέθοδο να λύσουμε το πρόβλημα της διαφθοράς και προσπαθούμε με την ίδια μέθοδο να λύσουμε και το πρόβλημα της διαπλοκής. Είχαμε μια βιοτεχνία που έβγαζε σκάρτο προϊόν και την μεγεθύναμε σε βιομηχανία: 60.000 άτομα καλούνται σήμερα επί ματαίω να υποβάλουν δηλώσεις “πόθεν έσχες”» (15.9.2003).

Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο αριστερός λαϊκισμός –που πάντα ψάχνει ενόχους, αντί να λύνει προβλήματα– έγινε κυβέρνηση και ο κ. Βούτσης που ανησυχούσε για την ιδιωτική ζωή των τρομοκρατών σε δημόσιους χώρους προτείνει τώρα –δίκην γινατιού;– τη δημοσιοποίηση και των 60.000 (!) «πόθεν έσχες», αποσιωπώντας βέβαια ότι η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικότητας των πολιτικών προσώπων έγινε οικειοθελώς, όπως φανερώνει και το όνομα του νόμου 4351/1964 που το θέσπισε, «Περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας».

Εχει βαθύτατο πρόβλημα με τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και το διαδηλώνει με κάθε ευκαιρία. Κυρίως δεν ορρωδεί προ ουδενός. Οχι προ των ανακολουθιών του και των διπλών μέτρων και σταθμών του, αλλά κυρίως –όπως έδειξε και ο αντιρατσιστικός νόμος– προ των πιθανών αντιδημοκρατικών συνεπειών που θα έχουν οι «φαεινές» τους ιδέες.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 14.2.2016