Χαμένοι στην αναθεώρηση

on . Posted in Ελλάδα

Ο​​ πόλεμος είναι κακό πράγμα. Το συνομολογεί η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, πλην ελαχίστων διαταραγμένων που κυκλοφορούν με στολές παραλλαγής και χαιρετούν... αρχαιοελληνικώς. Είναι λοιπόν απορίας άξιον το γεγονός ότι καμιά πολιτική δύναμη της χώρας δεν πρότεινε να κατοχυρωθεί η ειρήνη διά παντός, δηλαδή συνταγματικώς. Αντιθέτως, σε επίπεδο ευχολογίου πρότειναν διάφορα άλλα ωραία πράγματα, όπως είναι οι «καθολικές κοινωνικές υπηρεσίες» (ΣΥΡΙΖΑ) ή οι «ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί» (Ν.Δ.).

Αν δει κάποιος τις προτάσεις των κομμάτων για τη συνταγματική αναθεώρηση θα προσέξει ότι η συντριπτική πλειονότητα των προτεινόμενων άρθρων αφορά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος: νόμος περί ευθύνης υπουργών, δημοψηφίσματα, πρόωρες εκλογές κ.λπ. Λογικό, διότι το πολιτικό σύστημα είναι το βασικό πρόβλημα της χώρας. Θα λέγαμε ότι οι προτάσεις έχουν και τη χροιά της αυτοκριτικής με αποκορύφωμα, εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ που ζητάει να μη διαλύεται η Βουλή λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.

Σε θέματα ατομικών δικαιωμάτων προτείνονται λίγα πράγματα, παρά το γεγονός ότι ιστορικώς τα συντάγματα φτιάχτηκαν για να προστατεύουν τους πολίτες από τις αυθαιρεσίες των ηγεμόνων τους. Σε αυτόν τον τομέα μπορεί να ενταχθεί η αλλαγή του άρθρου 16, αν και τα κόμματα δεν την παρουσιάζουν ως επέκταση του δικαιώματος του πολίτη να επιχειρεί σε όποιον τομέα θέλει, ειδικώς εκεί όπου το κράτος καταφανώς απέτυχε. Δεν προτείνεται καν η αναθεώρηση του μακροσκελέστατου άρθρου 14 με τις 577 –άχρηστες και δυνάμει επικίνδυνες για την ελευθερία του λόγου– λέξεις. Να σκεφθεί κανείς ότι η παράγραφος 8 προβλέπει μέχρι και ότι «νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος», ενώ δεν υπάρχει συνταγματική πρόνοια, π.χ., για «τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος», το οποίο δυνητικά μπορεί να σκοτώνει ανθρώπους. Αλλά αφού τα δημοσιογραφικά σωματεία για μία ακόμη φορά αγρόν ηγόραζαν όταν συζητούνταν η αναθεώρηση, θα συνεχίσει να υπάρχει η απειλή «απαγόρευσης της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος» (άρ. 14 παρ. 6).

Γενικώς το ελληνικό Σύνταγμα είναι δομημένο στη λογική του τι μπορεί να απαγορεύσει το κράτος στους πολίτες του, παρά στο πώς οι πολίτες του μπορούν να προστατευτούν από αυτό. Ισχύει πιθανότατα αυτό που έγραψε ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος ότι το Σύνταγμα «σε αντίθεση με τον κοινό νόμο, με το κοινό δίκαιο, περιλαμβάνει κανόνες που διέπουν τον μακρύ ιστορικό χρόνο» («Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας», εκδ. Πατάκη). Αλλά πάλι, παραείναι μακρύς ο χρόνος από τότε που ψηφίστηκε το μετεμφυλιακό Σύνταγμα 1952, πάνω στο οποίο βασίστηκε το Σύνταγμα του 1974.

Τη φλυαρία του Συντάγματος επιτείνει και η «ουδετερόθρησκη» πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αλλαγή του άρθρου 3. Ενώ ορθώς προτείνει ότι «η Ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη», προσθέτει για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας το πραγματολογικό στοιχείο ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία». Για να ικανοποιήσει το αριστερό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ προσθέτει και μια ερμηνευτική δήλωση ότι «ο όρος επικρατούσα θρησκεία δεν αποτελεί αναγνώριση επίσημης κρατικής θρησκείας και δεν επιφέρει καμιά δυσμενή συνέπεια σε βάρος άλλων θρησκευμάτων και γενικότερα στην απόλαυση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας». Αυτό όμως ήδη προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 13 του Συντάγματος, «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων». Ομως η αδιαφορία στον τομέα των δικαιωμάτων είναι εμφανής από το γεγονός ότι ουδένα κόμμα πρότεινε την κατάργηση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού, διάταξη στην οποία βασίζονταν πάντα οι διώξεις του θρησκευτικού φρονήματος.

Η φλυαρία εντείνεται στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τα αποκαλούμενα «κοινωνικά δικαιώματα», όπως στην πρόταση αλλαγής του άρθρου 21 σε: «Το κράτος εγγυάται, μέσω καθολικών κοινωνικών υπηρεσιών και εισοδηματικών ενισχύσεων, αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους. Για τον προσδιορισμό του επίπεδου διαβίωσης ο νομοθέτης οφείλει να χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους και να λαμβάνει υπόψη τις επίκαιρες αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες». Θα σαρκάζαμε λέγοντας πως είναι σημαντικό να υπάρχει στο Σύνταγμα η πρόνοια χρήσης «επιστημονικών μεθόδων» και να μη μοιράζονται λεφτά στα κουτουρού, αλλά αυτή η πρόνοια ακυρώνεται από τον ασαφή όρο «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Πώς ορίζεται αντικειμενικώς ένας τόσο υποκειμενικός όρος; Πιο λογική είναι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, που προτείνει ένα σύστημα «Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος» το οποίο εκ των πραγμάτων λαμβάνει υπόψη εκτός από «τις επίκαιρες αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες» και τον παραγόμενο πλούτο της χώρας.

Τη συνταγματοποίηση του περιττού προέκρινε και η Νέα Δημοκρατία με την πρότασή της για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Αν και είναι ορθό «ο προϋπολογισμός να εξασφαλίζει τη δημοσιονομική ισορροπία μεταξύ εσόδων και εξόδων και τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία» (όπως αναφέρει η πρόταση της Ν.Δ. για το άρθρο 79) αυτό ή θα ερμηνευτεί πολύ ελαστικά (όπως συνηθίζεται) ή θα παραμείνει σε διακηρυκτικό επίπεδο, μιας και οι συνθήκες διαρκώς αλλάζουν. Ετσι κι αλλιώς η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ συνομολόγησε με τους εταίρους και δανειστές πλεονάσματα έως το 2060. Από την εμπειρία συνάγεται ότι μέχρι τότε θα έχουν γίνει τουλάχιστον έξι αναθεωρήσεις ακόμη.

Δυστυχώς, αυτή η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης στραβά ξεκίνησε, στραβά συνεχίστηκε και στραβά θα τελειώσει. Οπως έγραψε και ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Αντώνης Μανιτάκης, «η παρούσα αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι καταδικασμένη είτε να ματαιωθεί είτε να αποτύχει. Η τωρινή πλειοψηφία δεν την πολυπιστεύει, η αυριανή δεν τη θέλει έτσι όπως είναι» («Η χαμένη ευκαιρία της αναθεώρησης», «Τα Νέα», 29.12.2018). Το πρόβλημα είναι ότι «αν ακόμη συμφωνηθεί μια μίνι αναθεώρηση –πράγμα αμφίβολο– η ευκαιρία που θα χαθεί, στο άμεσο μέλλον, για μια ουσιαστική, συναινετική και ευρεία αναθεώρηση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Θα πρέπει μετά να περιμένουμε πέντε χρόνια για να ξεκινήσει μια νέα και περίπου δέκα για να συντελεστεί». Προσφορότερη, λοιπόν, είναι η δεύτερη επιλογή: η νέα κυβερνητική πλειοψηφία «να προχωρήσει στη ματαίωση της αναθεωρητικής διαδικασίας ώστε να ξεκινήσει με τις δικές της προτάσεις αμέσως μια νέα».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 5.1.2019