Η Ελλάδα σαν «πειραματόζωο»

on . Posted in Eλλάδα

Ο Γάλλος τραγουδιστής Μορίς Σεβαλιέ είχε πει κάποτε ότι «τα γηρατειά δεν μοιάζουν και τόσο άσχημα, ειδικά αν σκεφτεί κάποιος τη μόνη εναλλακτική λύση που έχει». Το ίδιο φυσικά ισχύει και με το συμπέρασμα, που περιφέρεται στον δημόσιο διάλογο σαν κατάρα, ότι «η Ελλάδα στα χρόνια του μνημονίου έγινε πειραματόζωο». Αυτό είναι αληθές, αλλά πάλι αν δεν έμπαινε στον δοκιμαστικό σωλήνα, η εναλλακτική λύση ήταν να γίνει Βενεζουέλα, και ίσως χειρότερα. Μια κατεστραμμένη χώρα χωρίς τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Μπολιβαριανής «Δημοκρατίας».

Δυστυχώς σε αυτήν τη χώρα πρέπει να ανατρέχουμε διαρκώς στα βασικά, μπας και καταφέρουμε να συνεννοηθούμε. Ετσι, πρέπει να θυμηθούμε τον σιδηρούν νόμο της οικονομίας, που λέει το απλό ότι δεν μπορείς (εσαεί) να καταναλώνεις περισσότερα απ’ όσα παράγεις. Τα δανεικά, κάποια στιγμή, τελειώνουν και η οικονομία –όποια εθνική οικονομία, ή ακόμη και νοικοκυριό– χρεοκοπεί. Η χρεοκοπία είναι νόμος της ζωής και πολύ άσχημο πράγμα. Δομές του κράτους διαλύονται, επιχειρήσεις κλείνουν, άνθρωποι βγαίνουν στην ανεργία, η φτώχεια καλπάζει. Το μόνο αναλγητικό για τη χρεοκοπία, που βρέθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν το ΔΝΤ. Αυτό προσέφερε κάποια λεφτά για να μη διαλυθούν εντελώς οι χρεοκοπημένες χώρες και επέβαλε μέτρα ανασύνταξης της οικονομίας για να έρθει στα κυβικά της.

Το ΔΝΤ όμως έπεσε θύμα δόλιας προπαγάνδας· κατ’ αρχάς των κομμουνιστικών δικτατορικών καθεστώτων και κατά δεύτερον των ιδεολογικών επιγόνων τους. Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα καλείτο να διαχειριστεί μια άσχημη κατάσταση, λίγο πριν από την τελειωτική καταστροφή και πριν γίνουν ορατές στο μεγάλο μέρος του πληθυσμού οι συνέπειες της χρεοκοπίας, που οι πολιτικοί των χωρών είχαν επιφέρει. Εξάλλου το ΔΝΤ ποτέ δεν πήγαινε απρόσκλητο, ούτε το επέβαλαν με το ζόρι στις χώρες «οι καταχθόνιες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού». Ηταν ο δανειστής της έσχατης ανάγκης, με πενιχρά ομολογουμένως μέσα, και έπρεπε να διαχειριστεί παθογένειες πολλών ετών. Επειδή οι διαθέσιμοι πόροι του Ταμείου ήταν πάντα πολύ λιγότεροι από τις ανάγκες κατανάλωσης που είχαν δημιουργηθεί, τα μέτρα έπρεπε να είναι δραστικά, μπας και πάρει μια ώρα αρχύτερα μπρος η οικονομία και να μη χρειάζεται το ΔΝΤ.

Επειδή όμως ο οργανισμός έπρεπε (με κίνητρο ή φόβητρο τις δόσεις) να επιβάλει (και) προγράμματα λιτότητας, έγινε εύκολος στόχος για τη δηλητηριώδη προπαγάνδα κάθε λογής Αριστερών, ασχέτως αν το ίδιο το Ταμείο είναι κεϊνσιανό εργαλείο και ενάντιο στη νεοφιλελεύθερη λύση της άτακτης χρεοκοπίας μιας χώρας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας από τους ιδρυτές του ΔΝΤ ήταν ο ίδιος ο Τζον Μέιναρντ Κέινς. Φυσικά δεν υπάρχει γραφειοκρατικός οργανισμός που να τα κάνει όλα καλά, και το Ταμείο είχε πολλές αστοχίες στην ιστορία του, αλλά όπως έγραψε και ο Πολ Κρούγκμαν ο οργανισμός μοιάζει με την Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας, η οποία παίζει και τον ρόλο του δανειστή έσχατης ανάγκης. «Αν χρειαζόμαστε δανειστή έσχατης ανάγκης για να χειρίζεται τις εγχώριες κρίσεις, δεν χρειαζόμαστε, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ένα δανειστή έσχατης ανάγκης που θα αντιμετωπίζει τις διεθνείς κρίσεις; Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το ΔΝΤ δεν είναι ιδανικό γι’ αυτόν τον ρόλο. Σε αντίθεση με μια κεντρική τράπεζα που μπορεί να ελέγχει και να ρυθμίζει τις τράπεζες διαρκώς, το ΔΝΤ έχει ελάχιστη εξουσία μέχρι να μπει μια χώρα σε κρίση. Αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές, προσπαθώντας να σώσει μια χώρα από την κατάρρευση, καταλήγει να προσφέρει δίχτυ ασφαλείας και σε εκείνους που δεν το αξίζουν: στους απρόσεκτους διεθνείς τραπεζίτες ακόμη και σε διεφθαρμένους πολιτικούς. Το ΔΝΤ επίσης κάνει λάθη. Τα προγράμματά του στην Ασία επικρίθηκαν σκληρά (αν και πολλές φορές οι επικριτές του διαφωνούν μεταξύ τους όσο και με το ΔΝΤ). Αλλά το ΔΝΤ είναι ό,τι έχουμε και είναι πολύ καλύτερο από το τίποτα». (New York Times, 15.5.1998). Φυσικά η σοβιετική και Αριστερή προπαγάνδα έκανε –όπως συνηθίζει– το άσπρο, μαύρο και το ΔΝΤ... νεοφιλελεύθερο, αλλά αυτή είναι παλιά τους τέχνη κόσκινο. Ηταν η ίδια προπαγάνδα που ονόμαζε τις κομμουνιστικές δικτατορίες «λαϊκές δημοκρατίες».

Για τον ίδιο λόγο –επειδή ακριβώς οι πόροι του Ταμείου είναι μικροί– πάντα πρότεινε το κούρεμα του χρέους έτσι ώστε τα λίγα λεφτά (που έδινε) να συντηρούν έστω στοιχειωδώς βασικές δομές του χρεοκοπημένου κράτους και να μην πηγαίνουν στους δανειστές. Μια άλλη πάγια λύση είναι η υποτίμηση του νομίσματος έτσι ώστε να υποβοηθηθούν οι εξαγωγές, αλλά ταυτοχρόνως να γίνουν ακριβότερες οι εισαγωγές. Η υποτίμηση είναι μια μορφή όχι τόσο εμφανούς λιτότητας, αφού κάποιος πληρώνεται με τα ίδια χαρτιά, αλλά αγοράζει λιγότερα προϊόντα.

Η Ελλάδα το 2010 βρέθηκε σε μια περίεργη κατάσταση. Κατ’ αρχάς η μόνη υποτίμηση που θα μπορούσε να κάνει ήταν να φύγει από το ευρώ και το νέο νόμισμά της να άξιζε ένα κλάσμα του σκληρού νομίσματός της. Αυτό, πέρα από τις γεωπολιτικές συνέπειες, σήμαινε ταυτοχρόνως ότι οι καταθέσεις των Ελλήνων πολιτών θα εξανεμίζονταν. Οι εισαγωγές θα ήταν πρακτικώς αδύνατες κι αυτό, με δεδομένο το εμπορικό ισοζύγιο, σημαίνει δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Οι εξαγωγές και ο τουρισμός μπορεί να πήγαιναν καλύτερα, και το «μπορεί» είναι η αίρεση ότι δεν υπήρχε εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή.

Το δημόσιο χρέος φυσικά θα κουρευόταν. Ισως πιο πολύ απ’ ό,τι έγινε με το PSI, αλλά υπάρχει το περίεργο. Διάφοροι «κλαίνε» για τα χαμένα αποθεματικά των Ταμείων και ταυτοχρόνως είναι διαπρύσιοι κήρυκες μεγαλύτερης ελάφρυνσης του χρέους, που θα κούρευε πάλι τα αποθεματικά. Για καθαρά πολιτικούς λόγους που είχαν να κάνουν με την ευστάθεια της νομισματικής Ενωσης επιλέχθηκε να μην κουρευτεί το χρέος, αλλά ταυτοχρόνως να δοθεί το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του κόσμου για να συντηρηθεί έστω για ένα διάστημα η διαδικασία αποπληρωμής του.

Ετσι έναντι των περίπου 5 δισ. που θα έπαιρνε μόνο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ελλάδα πήρε 110 (σε πρώτη φάση) και για να αποπληρωθούν προηγούμενα δάνεια, αλλά και για να γίνουν πιο σταδιακές οι περικοπές. Μην ξεχνάμε ότι το 2009 η Ελλάδα είχε πρωτογενές έλλειμμα 24 δισ. και τα 5 δισ. του ΔΝΤ δεν έφταναν ούτε για δύο μήνες. Το 2010, παρά τα σκληρά μέτρα, το Δημόσιο πάλι ξόδεψε 11,8 δισ. περισσότερα απ’ όσα εισέπραξε. Το 2011 το πρωτογενές έλλειμμα ήταν 5,6 δισ. και το 2012 ήταν 2,3 δισ. Δηλαδή τα δύσκολα χρόνια του μνημονίου θα ήταν απείρως δυσκολότερα, αν το ελληνικό κράτος δεν ξόδευε 20 δισ. περισσότερα απ’ όσα εισέπραξε.

Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, δηλαδή να μην επιχειρηθεί μια καινοφανής λύση, δηλαδή να μη γινόταν η Ελλάδα «πειραματόζωο», ώστε να επιχειρήσει να φέρει την οικονομία στα ίσα χωρίς υποτίμηση και κούρεμα του δημόσιου χρέους; Πιθανώς αλλά, ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι δεν θα υπήρχαν καταστροφικές κοινωνικές ταραχές, το κόστος της λιτότητας θα ήταν τουλάχιστον 20 δισ. μεγαλύτερο και η προσαρμογή ακόμη πιο βίαιη. Το πιθανότερο βέβαια θα ήταν να γίνουμε μια χειρότερη εκδοχή της Βενεζουέλας, αλλά ευτυχώς αυτό δεν το ζήσαμε...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.5.2016