Το μισογεμάτο ποτήρι

on . Posted in Eλλάδα

Μ​​έσα στην καταχνιά των καιρών υπάρχουν κάποια αισιόδοξα μηνύματα που περνούν απαρατήρητα. Δεν είναι μόνο ότι με πολλές θυσίες εξαλείφθηκε ο μεγάλος βραχνάς της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή μηδενίστηκαν τα δίδυμα ελλείμματα· το πρωτογενές του δημόσιου τομέα και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ούτε οι εξαγωγές, που το 2014 αυξήθηκαν. Το καλύτερο μήνυμα έρχεται από την ύφεση και παρά την καταστροφή των capital contorls, τα οποία αφρόνως (και μετά την αλλοπρόσαλλη διαπραγμάτευση με τα πουκάμισα έξω) επέβαλε η κυβέρνηση. Το γεγονός δηλαδή ότι η ύφεση θα είναι πολύ μικρότερη από τη φυσιολογική για τέτοιες «πρωτοβουλίες» δείχνει ότι η ελληνική οικονομία έχει περιθώρια ανάκαμψης. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της κυβέρνησης να τη γονατίσει.

«Το 2014 άρχισαν πάλι να αυξάνονται το ΑΕΠ και η απασχόληση», γράφουν σε σχετική μελέτη ο κ. Αρίστος Δοξιάδης και ο καθηγητής Karl-Heinz Paqué, που παρουσίασαν σε εκδήλωση του Ιδρύματος Friedrich Naumann. «Η μεγέθυνση αυτή δεν ήταν απλώς μια κυκλική “διόρθωση” μετά μια πολύ βαθιά ύφεση. Προέκυψε επειδή πολλές επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες που δημιούργησαν η κρίση και τα μνημόνια: πολύ χαμηλότερο εργατικό κόστος, πιο ελαστική αγορά εργασίας, λιγότερη γραφειοκρατία σε μερικές περιπτώσεις και μετατόπιση των στόχων των πωλήσεων από την εγχώρια αγορά στις εξαγωγές». Η μεγέθυνση του 2014 «θα είχε επιταχυνθεί το 2015, καθώς θα μεγάλωναν οι ισολογισμοί των τραπεζών, θα έρχονταν ξένες επενδύσεις με τις αποκρατικοποιήσεις και θα μειώνονταν μερικοί φόροι που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις» (Ανάπτυξη για την Ελλάδα: Δέκα συν ένα σημεία για τη μετα-υφεσιακή εποχή», 23.11.2015). Αλλά ήρθαν στην κυβέρνηση οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ...

Δεν είναι όλες νέες οι έντεκα επισημάνσεις της μελέτης, αλλά κάποιες φωτίζουν διαφορετικά τα πράγματα. Η πρώτη αφορά την πραγματική κατάσταση του επιχειρηματικού χάρτη της χώρας, που «αποτελείται κυρίως από μικρομεσαίους (ΜμΕ), και είναι απίθανο αυτό να αλλάξει στο μέλλον... Γι’ αυτό η διατηρήσιμη ανάκαμψη πρέπει να προέλθει από τη μεγέθυνση των ΜμΕ, και να περιλαμβάνει τις νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups)... Με δεδομένα ότι (α) το ελληνικό εργατικό δυναμικό έχει σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο και δεξιότητες και (β) υπάρχει επιχειρηματικό πνεύμα σε μεγάλη έκταση και ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης (πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής απασχόλησης), οι προϋποθέσεις δεν είναι καθόλου κακές από την πλευρά της προσφοράς εργασίας και ιδεών για προϊόντα και καινοτομίες, ώστε να στηριχθεί μια επέκταση διαρκείας, εφόσον δημιουργηθεί και ζήτηση σε συνθήκες ανταγωνισμού».

Η ανακεφαλαιοποίηση και η επαναφορά της εμπιστοσύνης Ελλήνων και ξένων επενδυτών, κεφαλαιούχων, επιχειρηματιών και του γενικού κοινού στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι το δεύτερο σημαντικό στοιχείο της πρότασης. «Γι’ αυτό πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία μιας “κακής τράπεζας” με ξεχωριστή διοίκηση μέσα στο 2016, χρησιμοποιώντας το υπόλοιπο των 10 δισ. που είχε προγραμματιστεί. Επίσης, πρέπει να εξαλειφθούν τυχόν αμφιβολίες σχετικά με τη μελλοντική παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη».

Οι εξαγωγές είναι το «κλειδί» για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας κι εδώ τα περιθώρια είναι πολύ σημαντικά: «Το επίπεδο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών παραμένει πολύ χαμηλό σε σχέση με το ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν εισόδημα (33% του ΑΕΠ το 2014, 17% από αγαθά και 16% από υπηρεσίες)... Πρέπει να γίνει λοιπόν προτεραιότητα της δημόσιας πολιτικής να διευκολύνει τις ΜμΕ να επεκταθούν στην παγκόσμια αγορά».

Η αναμόρφωση της φορολογικής διοίκησης με μείωση των φορολογικών συντελεστών είναι μόνιμος καημός όσων μελετούν την ελληνική οικονομία. «Η δομή της φορολογίας ... πρέπει να μην επιβαρύνει την επένδυση σε καινοτομία, σε νέες τεχνικές παραγωγής και σε έρευνα». Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι αναγκαία, αλλά δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί διότι «έχει στενά όρια. Είναι λάθος η αντίληψη ότι ο περιορισμός της παραοικονομίας μπορεί από μόνος του να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό, όπως δείχνει και η εμπειρία από χώρες με καλύτερες φορολογικές υπηρεσίες. Είναι προφανές ότι η μεγέθυνση της φορολογικής βάσης με πραγματική ανάπτυξη έχει πολύ υψηλότερη προτεραιότητα από την αγωνιώδη προσπάθεια των υπηρεσιών να μαζέψουν ό,τι μπορούν από την υπάρχουσα βάση».

Φυσικά, υπάρχουν πάντα οι ιδιωτικοποιήσεις που παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες επ’ αμοιβή αλλά όχι με στόχο τα άμεσα έσοδα: «Ο κύριος στόχος της ιδιωτικοποίησης είναι μακροπρόθεσμος: οικονομική αποτελεσματικότητα, διατηρήσιμη ανάπτυξη και απασχόληση σε ανταγωνιστικές μονάδες».

Οι «Αμεσες ξένες επενδύσεις» παραμένουν διαρκές ζητούμενο για την ελληνική οικονομία, ειδικά το 2015, όταν έφτασαν στο αρνητικό ρεκόρ των 33 εκατ. ευρώ! «Θα βοηθούσε πολύ», λένε οι συγγραφείς, «ένας “οργανισμός για την ανάπτυξη” (Institution for Growth) που έχει σκοπό να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Οι ημι-δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες της Ε.Ε. ή των κρατών-μελών (όπως το γερμανικό Kreditanstalt für Wiederaufbau) θα μπορούν μέσω του οργανισμού να παρέχουν μακροχρόνια στήριξη για την ανάπτυξη στην Ελλάδα».

Σίγουρα «απαιτείται συστηματική μεταρρύθμιση για να βελτιωθεί η ποιότητα της διακυβέρνησης» και «για να ανακτήσει εμπιστοσύνη στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να διατηρήσει ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό». Αλλά η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία δεν πρέπει να υπονομεύει αναπτυξιακούς στόχους. «Είναι προτιμότερη μια κάπως ελαστική πολιτική προϋπολογισμού, με αναπτυξιακό προσανατολισμό, από τους πολύ αυστηρούς αριθμητικούς κανόνες, που μπορεί να επιφέρουν μεγάλη ζημιά στην αποτελεσματική διοίκηση της χώρας».

Πρέπει να υπάρξει απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών διότι από τη σημερινή κατάσταση «ωφελούνται τα ολιγοπώλια σε μερικούς κλάδους, και οι χιλιάδες μικροί και αναποτελεσματικοί πάροχοι σε πολλούς άλλους, σε βάρος των καταναλωτών αλλά και των λοιπών επιχειρήσεων... Αλλά αυτές οι κανονιστικές αλλαγές δεν θα επηρεάσουν σημαντικά την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα. Επειδή κάθε κυβέρνηση έχει περιορισμένη δυνατότητα να σχεδιάσει και να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις, προτείνουμε αυτές να μην επιβληθούν μέσα σε μικρό χρονικό ορίζοντα, όπως πρέπει να γίνει με τα προηγούμενα οκτώ σημεία».

Η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητες, διότι κατ’ αρχάς ακόμη δεν ξέρουμε πόση χρειαζόμαστε. «Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται απόλυτα από τον μακροχρόνιο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, αν θα είναι, π.χ. 1% ή 3%... [διότι] η αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας παραμένει κλειδωμένη και δεν ενεργοποιείται με τα μέτρα που προτείνουμε (ή και με άλλα) (...) Γι’ αυτό, προς το παρόν, η καλύτερη τακτική για τους δανειστές και για την Ελλάδα είναι να υλοποιήσουν μια στρατηγική ανάπτυξης όπως αυτή που προτείνουμε, και αργότερα, π.χ. το 2020, να διαγνώσουν από κοινού σε τι τροχιά συγκλίνει η οικονομία».

Τέλος, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «έχει εξαιρετικά μεγάλη πολιτική και ψυχολογική σημασία αυτό, τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνία, να αρχίσουν οι Ελληνες να σκέπτονται το μέλλον και την ανάπτυξη και όχι πια το παρελθόν και τη λιτότητα. Η πρώτη πενταετία αυτής της δεκαετίας ήταν περίοδος αναδίπλωσης και στέρησης. Η δεύτερη πρέπει να γίνει περίοδος μεταμόρφωσης προς μια σύγχρονη οικονομία και κοινωνία ενταγμένη στο παγκόσμιο πλαίσιο».

Οπως κατέληξε στην παρουσίαση της μελέτης ο καθηγητής Karl-Heinz Paqué, η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία ανάπτυξης. Τις δεκαετίες 1950-1960, αλλά και 1995-2007, όχι μόνο δεν ήταν ο ασθενής της Ευρώπης, αλλά το αναπτυξιακό θαύμα της.

 

 

Ολόκληρη η πρόταση βρίσκεται στο blog του κ. Αρίστου Δοξιάδη: https://aristosd.wordpress.com (ελληνικά και αγγλικά).

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.11.2015