Αν η Ελλάδα ήταν αυτοκινητοβιομηχανία

on . Posted in Eλλάδα


Στα 1978 η αυτοκινητοβιομηχανία «Κράισλερ» ήταν κάτι σαν την Ελλάδα του 2009. Στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Η «Detroit Free Press» η μεγαλύτερη εφημερίδα της πρωτεύουσας της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας κυκλοφόρησε στις 2/11/1978 με δύο βασικούς τίτλους: «Χειρότερες από ποτέ οι ζημίες της Κράισλερ» και «Ο Λι Αϊακόκα πηγαίνει στην Κράισλερ».

Ο Λίντον Αντονι (ή Λι) Αϊακόκα ήταν πρώην πρόεδρος της «Φορντ». Είχε στο ενεργητικό του τη δημιουργία των επιτυχημένων μοντέλων «Μάστανγκ», «Μέρκουρι Κούγκαρ», «Πίντο» κ. ά. Παρ’ όλα αυτά το 1978 απολύθηκε, διότι ήρθε σε σύγκρουση με τον βασικό μέτοχο της εταιρείας Χένρι Φορντ Β΄.

«Την ημέρα που ανέλαβα την προεδρία της Κράισλερ», έγραψε ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, «η εταιρεία ανακοίνωσε ζημίες, που έφταναν σχεδόν τα 160 εκατομμύρια δολάρια, το χειρότερο έλλειμμα στην ιστορία της».

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το λογιστικό σύστημα της εταιρείας ήταν κάτι σαν το Γενικό Λογιστήριο του Ελληνικού Κράτους:

«Ενα από τα μεγαλύτερο προβλήματα της Κράισλερ, ήταν ότι ακόμη και η ανώτατη διεύθυνση δεν είχε σαφή εικόνα του τι πραγματικά συνέβαινε στην εταιρεία. Ηξεραν ότι η Κράισλερ έχανε αίμα. Εκείνο που δεν είχαν καταλάβει -και που θα ανακάλυπτα σύντομα- ήταν ότι αιμορραγούσε ακατάσχετα... Τα προβλήματα της Κράισλερ δεν περιορίζονταν στην ανώτατη διοίκηση. Σε ολόκληρη την εταιρεία οι άνθρωποι ήταν φοβισμένοι και αποθαρρυμένοι. Κανένας δεν έκανε κάτι σωστό... Τα προβλήματα αυτά δεν δημιουργήθηκαν σε μια νύχτα... Το φιάσκο της Κράισλερ συνέβη έπειτα από 30 χρόνια μεταπολεμικής διοίκησης... Το 1978 μια τεράστια εταιρεία μπορούσε ακόμη να διοικείται σαν να είναι συνοικιακό μπακάλικο».

Τα εγγενή προβλήματα της Κράισλερ χειροτέρευσαν εξαιτίας της δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης. Ολες οι αυτοκινητοβιομηχανίες επλήγησαν, αλλά κατά τον Αϊακόκα, επειδή η Κράισλερ

«αποτελούσε αδύναμο κρίκο της αλυσίδας χτυπήθηκε πρώτη. Ο, τι όμως συνέβη μ’ εμάς, αντιπροσώπευε μόνο την κορυφή του παγόβουνου, αναφορικά με τα προβλήματα της αμερικανικής βιομηχανίας. Προέβλεψα κατηγορηματικά ότι η Τζένεραλ Μότορς και η Φορντ σύντομα θα μάς ακολουθούσαν. Δεν ήξερα ότι σύντομα θα έφταναν τα 5 δισεκατομμύρια ζημία. Αλλά έτσι έγινε. Σε έξι μήνες βράζαμε παρέα στο ίδιο καζάνι...».

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα επιδείνωνε τα πράγματα.

«Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα», θυμάται ο Αϊακόκα, «έπρεπε να αντικρούομε τις άθλιες φήμες, που προέβλεπαν την άμεση κατάρρευσή μας. Οποιος δίνει 8-10.000 για να αγοράσει καινούργιο αυτοκίνητο, κάνει μεγάλη επένδυση. Τον ενδιαφέρει η εταιρεία να υπάρχει τουλάχιστον τα επόμενα 2-3 χρόνια για να του εξασφαλίσει ανταλλακτικά και σέρβις. Αν διαβάζει συνεχώς στις εφημερίδες για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Κράισλερ δεν πρόκειται να τρέξει να αγοράσει αυτοκίνητο από εμάς. Οι φήμες αυτές έφτασαν σε τέτοιο σημείο που η λέξη “Κράισλερ” άρχισε να γίνεται μονολεκτικό καλαμπούρι».

Ο μεγάλος τηλεοπτικός παρουσιαστής Τζόνι Κάρσον γελοιοποιούσε την κατάσταση: «ένας τύπος είναι τόσο κακός, που σήμερα το πρωί τηλεφώνησε στην Κράισλερ και ρώτησε πώς πάνε οι δουλειές της»

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Αϊακόκα ήταν να καταγράψει την κατάσταση της εταιρείας. Μετά άρχισε τις περικοπές και το συμμάζεμα. Σε κάθε επίπεδο. Ο Αϊακόκα ανακοίνωσε μισθό για τον ίδιο ενός δολαρίου τον πρώτο χρόνο, περικοπές 10% στα διευθυντικά στελέχη, κατάργηση της επιδότησης 50% για αγορά μετοχών από εργαζόμενους, οριζόντια μείωση του κατώτατου ωρομισθίου κατά 2 δολάρια.

«Μίλησα στους εργαζόμενους σκληρά: "Παιδιά" τούς είπα, "έχω ένα δίκαννο και σημαδεύω τα κεφάλια σας. Διαθέτω χιλιάδες θέσεις εργασίας με 17 δολάρια την ώρα. Δεν διαθέτω όμως καμιά με 20 δολάρια την ώρα. Γι’ αυτό καλύτερα να λογικευτείτε"».

Το δέχθηκαν, αλλά...

«Εναν χρόνο αργότερα, όταν τα πράγματα χειροτέρευσαν αναγκάστηκα να τους πω πάλι τα ίδια. Ο πρόεδρος του συνδικάτου Ντιουκ Φρέιζερ είπε ότι ήταν η χειρότερη συμφωνία που έκανε ποτέ του. Το μόνο χειρότερο, πρόσθεσε, ήταν να μην την κάνει και να έμεναν χιλιάδες άνεργοι».

 

Παράλληλα, όμως, έβαλε τον Ντιουκ Φρέιζερ στο Δ. Σ. της εταιρείας, κίνηση τόσο πρωτοφανή για τις ΗΠΑ που θεωρήθηκε κομμουνιστική. Σ' αυτό δεν αντιτάχθηκε μόνο η επιχειρηματική κοινότητα με επιχειρήματα του στυλ «βάζεις την αλεπού στο κοτέτσι. Τα ’χεις χαμένα!». Αντιτάχθηκαν και πολλοί συνδικαλιστές:

«Φοβούνται», έγραψε ο Αϊακόκα, «ότι η συμμετοχή του Ντουκ Φρέιζερ στο συμβούλιο θα άμβλυνε την ικανότητα της συνδικαλιστικής ηγεσίας να αντλήσει και την τελευταία σταγόνα αίματος από το θύμα. Σε όλη τους τη ζωή, οι συνδικαλιστές αυτοί πιστεύουν ότι έπρεπε να αποσπούν όσα περισσότερα μπορούσαν από την εργοδοσία, επειδή αυτή δεν επρόκειτο να κάνει κάτι καλό για τους εργάτες, εκτός αν την εξανάγκαζαν με τη βία και το αίμα».

Ομως συνετέλεσε και η ωριμότητα του Φρέιζερ για τον επιτυχημένο γάμο:

«Ο Ντουκ έμαθε από πρώτο χέρι τι συνέβαινε στην Κράισλερ. Εμαθε για τη συμβολή των προμηθευτών μας στην ανάκαμψη και ότι αυτή δεν έγινε μόνο με θυσίες των εργατών (σ. σ.: οι προμηθευτές παρά το γεγονός ότι πληρώνονταν με μεγάλες καθυστερήσεις αποδέχθηκαν μείωση 5% στις τιμές των υλικών). Εμαθε ότι οι καταστάσεις κερδών/ζημιών ήταν αληθινές και ότι η λέξη “κέρδος” δεν είναι βρώμικη... Οταν αποφασίζαμε να κλείσουμε κάποιο εργοστάσιο μάς συμβούλευε πώς να ελαχιστοποιήσουμε τις αναταραχές και τα βάσανα, που αυτό συνεπαγόταν».

Το καλοκαίρι του 1979, παρά τις περικοπές, το κλείσιμο εργοστασίων, την πώληση της μονάδας τεθωρακισμένων και των θυγατρικών (σε Βενεζουέλα, Βραζιλία, Αργεντινή, Αυστραλία και σε όλη την Ευρώπη),

«η οικονομική κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο... Ως τότε είχαμε δοκιμάσει κυριολεκτικά τα πάντα. Κατά τη διάρκεια του 1979 και του 1980 έγιναν περισσότερες από εκατό συσκέψεις με υποψήφιους επενδυτές. Οι περισσότεροι από αυτούς αποδείχθηκαν απατεώνες, ψεύτες ή καλοπροαίρετοι αλλά αφελείς Καλοί Σαμαρείτες. Παρ’ όλα αυτά συναντούσα οποιονδήποτε μπορούσε να βοηθήσει, ανεξάρτητα από το πόσο απίθανη ήταν μια τέτοια προοπτική... Ηξερα ότι υπήρχαν πλούσιοι Αραβες, αλλά αυτό είχε καταντήσει γελοίο. Φτάσαμε να διατηρούμε ξεχωριστά 156 επαφές με Αραβες...»

Τα αποτελέσματα από τις περικοπές δαπανών και την αναδιάρθρωση της εταιρείας χρειάζονταν χρόνο για να φανούν, αλλά ο οικονομικός χρόνος ήταν αμείλικτος. Το καλοκαίρι του 1979

«οι ζημίες μας συνέχισαν να αυξάνονται. Πλέαμε πια σε επικίνδυνα νερά. Χρειαζόμασταν βοήθεια για να επιβιώσουμε».

Η Κράισλερ έκανε αίτηση για εγγύηση των δανείων της από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η κίνηση αυτή ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Πρώτη αντέδρασε η Εθνική Ενωση Βιομηχάνων: «Οι συνέπειες της αποτυχίας και της αναδιοργάνωσης κάτω από τους καινούργιους νόμους (διατάξεις για χρεοκοπία) παρ’ όλο που είναι σοβαρές δεν συνιστούν συμφορά... Σε μια εποχή που η κυβέρνηση, ο επιχειρηματικός κόσμος και το κοινό ευαισθητοποιούνται όλο και περισσότερο στο κόστος και στην αναποτελεσματικότητα της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, θα ήταν εξαιρετικά άστοχη ακόμα μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση. Τώρα είναι η ώρα να επαναβεβαιώσουμε την αρχή της κατάργησης των ομοσπονδιακών παρεμβάσεων σωτηρίας».

 

Η χρεοκοπία ως... αναδιάρθρωση

Οπως στην Ελλάδα του 2010 κυριαρχεί η συζήτηση περί αναδιάρθρωσης έτσι και στους οικονομικούς κύκλους των ΗΠΑ κυριαρχούσε η συζήτηση περί ελεγχόμενης χρεοκοπίας της Κράισλερ.

Οπως φέτος τον Απρίλιο ο Economist έγραψε «Εχουν χρεοκοπήσει. Ας το παραδεχτούν», έτσι το 1979 η Γουόλ Στριτ Τζόρναλ στο κύριο άρθρο της πρότεινε «να απαλλαγεί η Κράισλερ από τα βάσανά της». Ο τίτλος του άρθρου ήταν «Αφήστε τους να πεθάνουν με αξιοπρέπεια».

 

Η εφημερίδα του οικονομικού κατεστημένου των ΗΠΑ ήταν απέναντι σε κάθε προσπάθεια αναδιοργάνωσης.

«Σχεδόν κάθε μέρα», θυμάται ο Αϊακόκα, «η Γουόλ Στριτ Τζόρναλ δημοσίευε ένα άρθρο εναντίον της Κράισλερ. Και όποτε συνέβαινε αυτό, έπρεπε να ξοδεύουμε ένα μέρος της ενεργητικότητάς μας για να μετριάσουμε την κακή εικόνα μας στα μάτια της κοινής γνώμης. Λόγου χάρη, στο πρώτο τρίμηνο του 1981 η Φορντ έχασε 439 εκατ. δολ. Η Κράισλερ βελτιωνόταν, αλλά χάσαμε 300 εκατ. δολ. Ποιος ήταν ο κύριος τίτλος της WSJ; "Η Φορντ έχει μικρότερες ζημιές απ’ όσο περίμενε, ενώ η Κράισλερ μεγαλύτερες από εκείνες που προέβλεψε"... Δύο μήνες αργότερα, οι μηνιαίες μας πωλήσεις εμφάνισαν 51% αύξηση σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του περασμένου χρόνου. Η WSJ όμως αισθάνθηκε την υποχρέωση να υποδείξει ότι "η σύγκριση δεν ωφελεί, επειδή οι περσινές πωλήσεις της Κράισλερ είχαν καταποντιστεί στην άβυσσο"».

Το 1983, αφού πουλήθηκαν τμήματα, έκλεισαν εργοστάσια, έγιναν οι οριζόντιες περικοπές στους μισθούς κ. λπ. η εταιρεία είχε πλεόνασμα. Στις 13 Ιουλίου ο Αϊακόκα ανακοίνωσε ότι θα αποπληρώσει όλα τα εγγυημένα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρέη μέχρι το τέλος του έτους. Η Γουόλ Στριτ Τζόρναλ τιτλοφόρησε το σχετικό άρθρο: «Η Κράισλερ, αφού έκοψε από το σώμα της και την υγιή σάρκα με το καρκίνωμα, παραμένει ακόμη αδύναμη».

 

Η αρχή της ισότητας των θυσιών

Το 1984 η «Κράισλερ» παρουσίασε κέρδη 2,4 δισ. δολαρίων, ποσό που ήταν μεγαλύτερο από τα κέρδη που είχε αθροιστικά η εταιρεία στα 60 χρόνια λειτουργίας της.

«Η εταιρεία», καταλήγει ο Αϊακόκα, «είχε επιζήσει μόνο και μόνο εξαιτίας των συνδυασμένων προσπαθειών της διεύθυνσης, των εργαζομένων, των τραπεζών, των προμηθευτών και του κράτους. Και αναρωτήθηκα: γιατί να μην εφαρμοστεί η αρχή της "ισότητας των θυσιών" και για τη μείωση του ελλείμματος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού;».

Το σχέδιό του ήταν απλό: μείωση 5% στις αμυντικές δαπάνες και 5% στις κοινωνικές δαπάνες και

«αφού θα είχαμε μειώσει κατά 30 δισ. δολ. τις δαπάνες θα αυξάναμε τα έσοδα του προϋπολογισμού και το ίδιο ακριβώς ποσό από την αύξηση της φορολογίας στη βενζίνη».

Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, που τον κάλεσε στον Λευκό Οίκο για να συζητήσουν το σχέδιο, υποστήριξε τη μείωση των κοινωνικών δαπανών, αλλά είπε: α) «για την άμυνα πρέπει να ξοδέψουμε περισσότερα» και β) «η φορολογία της βενζίνης θα ήταν το πιο αντιδημοτικό μέτρο που θα μπορούσα να πάρω».

 

Διαβάστε

Λι Αϊακόκα (σε συνεργασία με τον Γουίλιαμ Νόβακ), «Αυτοβιογραφία», Βιβλιοθήκη Μάνατζμεντ, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις

 

(Συμπλήρωμα) Στα 1978, όταν ο Λι ΑΪακόκα ανέλαβε τα ηνία της Κράισλερ, η εταιρία ήταν υπό πτώχευση. Διασώθηκε με οριζόντιες περικοπές 2 δολ/ώρα, κλείσιμο εργοστασίων, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, απολύσεις και ένα πρόγραμμα ομοσπονδιακής βοήθειας που περιλάμβανε κι ένα μνημόνιο. Γράφει ο Λι Αϊκόκα στην αυτοβιογραφία του: «Στην συνέχεια συναντήσαμε ένα εμπόδιο, που δεν θα μπορούσε να έχει προέλθει παρά από το μυαλό ενός γνήσιου γραφειοκράτη... Το συμβούλιο μάς διέταξε να πουλήσουμε το αεριωθούμενο Γκολφστριμ της εταιρίας... Κανείς δεν εντυπωσιάζεται, όταν ξοδεύεις 100 εκατομμύρια δολάρια για καινούργια αυτόματα μηχανήματα ρομπότ, αλλά όταν στέλνεις ένα από τους ανώτερους αξιωματούχους στα εργοστάσια για να εκπαιδεύσει τους εργάτες στη χρήση αυτών των ρομπότ, πρέπει να παίρνει το αεροπλάνο της γραμμής.... Εφόσον πληρώνων κάποιον 200.000$ τον χρόνο, δε θέλω να σπαταλά τον χρόνο του σε αεροδρόμια.» (Λι Αίακόκα, «Αυτοβιογραφία», βιβλιοθήκη Μάνατζμεντ, σελ. 342-343)

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 8.5.2011