Τ’ αρχινισμένα συνθήματα...

on . Posted in Eλλάδα

Κ​​αι καλά εμείς! Εχουμε δανεικό το κλέος των Αρχαίων Ελλήνων και γι’ αυτό και 86% των νεοτέρων θεωρεί τον εγχώριο πολιτισμό ανώτερο όλων των άλλων. Οι Αρμένιοι τι στην ευχή έχουν και το 84% αυτών πιστεύει το ίδιο πράγμα; Αμ οι Γεωργιανοί, που σε ποσοστό 85% εμφανίζονται να θεωρούν τον πολιτισμό τους ανώτερο, για ποιο πράγμα καμαρώνουν; Για τον Ιωσήφ Στάλιν; Αυτοί δεν έτρωγαν βελανίδια –όλοι αυτοί– όταν «εμείς» χτίζαμε Παρθενώνες; Σύμφωνα με την έρευνα του Pew Research Center (29.10.2018), περισσότεροι από τους μισούς Βρετανούς (54%) δεν θεωρούν πρόγονό τους τον Νεύτωνα, τον Δαρβίνο, τον Τζέιμς Βατ, κ.λπ. όπως εμείς πιστεύουμε ότι είμαστε μακρινά εγγόνια του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Μάλλον ισχύει ότι όσο λιγότερο περήφανος είναι ένας λαός για το παρόν του, τόσο περισσότερο καμαρώνει για το παρελθόν του. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί ότι το 69% των Ρώσων νιώθει πως ο δικός τους πολιτισμός είναι ανώτερος όλων των άλλων, έναντι του 36% των Γάλλων.

Το περίεργο είναι ότι εδώ περάσαμε όλη την μεταπολίτευση τραγουδώντας δακρυσμένοι «δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός» και παρ’ όλα αυτά «το 74% των Ελλήνων πιστεύει ότι η καταγωγή (το «αίμα») και η εθνική ταυτότητα ταυτίζονται (...), μόλις 31% θα αποδεχόταν μουσουλμάνο ως μέλος της οικογένειας και 35% Εβραίο (...), το 70% απορρίπτει τον γάμο των ομοφυλόφιλων και το 52% ζητεί να απαγορευτεί η έκτρωση» («Καθημερινή», 30.10.2018).

Σαράντα χρόνια πορείες, φασαρίες, συγκρούσεις με τον φασισμό και το μόνο που μας έμεινε (κι αυτό όχι ίσως για πάντα) είναι ένα αρχινισμένο σύνθημα. Η Αριστερά στην Ελλάδα, με όλους τους «οργανικούς διανοούμενους», τους γραμματιζούμενους, τους antifa και δεν συμμαζεύεται δεν κατάφερε ούτε αυτό. Να εξηγήσει στον κόσμο ότι ο φασισμός δεν είναι απλώς φαιές στολές και στρατιωτικός βηματισμός, αλλά συγκροτείται από συγκεκριμένο πλέγμα αντιλήψεων στον πυρήνα των οποίων υπάρχει η πίστη της ανωτερότητας ημών και της δυσανεξίας για τους άλλους. Αυτές οι αντιλήψεις είναι δυστυχώς κυρίαρχες στην ελληνική κοινωνία, διότι δεν πολεμήθηκαν με την διδαχή της ανεκτικότητας και της δημοκρατίας. Αντιθέτως, ο όρος «φασισμός» χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να σπιλώσει πολιτικούς αντιπάλους, έχασε το νόημά του διά της πολυχρησίας και της κακής χρήσης του. Κάποτε κάποιοι «προοδευτικοί» σκηνοθέτες αποκάλεσαν ακόμη και τον Μάνο Χατζιδάκι «φασίστα».

Γράφαμε παλιότερα (22.8.2004) ότι: «Η ελληνική κοινωνία δεν υπήρξε ρατσιστική στο παρελθόν. Για ένα πολύ απλό λόγο: δεν υπήρχαν ούτε μαύροι ούτε Αλβανοί για να βρει πεδίο έκφρασης ο ρατσισμός. Τη δεκαετία του 1990, όταν η χώρα μπολιάζεται από αλλοεθνείς, η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει ένα σοκ. Είναι εύλογο και έπρεπε να το αναμένουμε.

Εμφανίζονται ρατσιστικές συμπεριφορές. Κάποιες είναι έντονες, αλλά ευτυχώς το σοκ δεν κρατά πολύ. Η ελληνική κοινωνία αρχίζει σιγά σιγά να αποδέχεται τους ξένους. Αυτή η αποδοχή έχει να κάνει με μνήμες του πολυπολιτισμού, μέσω του οποίου μεγαλούργησαν στο παρελθόν οι κάτοικοι αυτού του τόπου, αλλά κυρίως οφείλεται στην ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς. Κακά τα ψέματα: η (κατά το μεγαλύτερο μέρος) βελούδινη μετάβαση σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία οφείλεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό που καλλιέργησε χρόνια η ανανεωτική Αριστερά στον τόπο (...). Ομως η ιδεολογία του αντιρατσισμού δεν έχει βαθιές ρίζες, ούτε σοβαρή επεξεργασία στην ελληνική κοινωνία (...). Για να το πούμε πιο λιανά: δεν είναι της μόδας σήμερα να είναι κάποιος ρατσιστής. Ο ελληνικός αντιρατσισμός δεν ήταν προϊόν διαλόγου, αλλά παράγωγο της ιδεολογικής κυριαρχίας της Αριστεράς. Οπως κάποτε ήταν της μόδας να είναι κάποιος αριστερός, έτσι παραμένει της μόδας να είναι κάποιος αντιρατσιστής. Αυτή η κυριαρχία της Αριστεράς –όσο κι αν ωφέλησε τη χώρα σε πρώτο επίπεδο– στην ουσία έκρυψε το πρόβλημα κάτω από το χαλί της απαξίωσης». Η έρευνα του Pew Research Center αποδεικνύει πως όλα είναι θέμα παιδείας, και στην περίπτωσή μας παπαγαλίας. Οπως τα παιδιά αποστηθίζουν γεγονότα χωρίς να καταλαβαίνουν ιστορία, έτσι κι εμείς αποστηθίσαμε μόνο αρχινισμένα συνθήματα, δηλαδή μισά.

Ενα άλλο αρχνισμένο σύνθημα είναι το «Ελλάς - Ευρώπη - Δημοκρατία». Δεκαπέντε χρόνια πριν, οι Ελληνες εμφανιζόταν στις έρευνες της Eurostat ως οι πιο ένθερμοι ευρωπαϊστές. Στη δημοσκόπηση του 2002, για παράδειγμα, και στο ερώτημα «πώς κρίνετε τη συμμετοχή της χώρας σας στην Ε.Ε.;», το 64% των Ελλήνων απάντησε ότι είναι «καλό πράγμα» έναντι 53%, που ήταν ο μέσος κοινοτικός όρος θετικής ανταπόκρισης. Στο ερώτημα «εάν η ένταξη στην Ε.Ε. υπήρξε επωφελής για τη χώρα σας», το 72% των Ελλήνων απάντησε θετικά έναντι 51% που ήταν ο αντίστοιχος μέσος κοινοτικός όρος. Σε ό,τι αφορά την υποστήριξη προς το ευρώ, το 67% των Ευρωπαίων πολιτών τασσόταν υπέρ του ενιαίου νομίσματος, ενώ στην Ελλάδα η υποστήριξη του κοινού νομίσματος ήταν από τις υψηλότερες μεταξύ των 15 χωρών-μελών, με 80%. Στο φετινό Ευρωβαρόμετρο (Σεπτέμβριος 2018) το 62% των Ευρωπαίων πολιτών θεωρεί θετικό το γεγονός ότι η χώρα του είναι μέλος της Ε.Ε. και μόνο 45% των Ελλήνων· ευτυχώς λίγο υψηλότερο από το 38% που ήταν στην αντίστοιχη έρευνα ένα χρόνο πριν. Από τους Ευρωπαίους των 28 κρατών-μελών μόνο 24% πιστεύει ότι η χώρα τους δεν έχει ωφεληθεί από την ένταξη στην Ε.Ε. Αντιθέτως, το ποσοστό είναι 40% για τους Ελληνες, λίγο χαμηλότερο από τους Ιταλούς, που είναι πρώτοι με 45%.

Το γεγονός ότι η κοινή γνώμη κινείται με τις πάντες δείχνει κάτι περισσότερο από την απουσία θεμελιωδών πεποιθήσεων της κοινωνίας. Δείχνει τα ελλείμματα παιδείας. Οχι μόνο στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και στο ευρύτερο που απαρτίζεται από κόμματα, συλλογικούς φορείς, μέσα ενημέρωσης, συγγραφείς, διανοουμένους κ.λπ. Κι αν η «ανωτερότητα» του νεοελληνικού πολιτισμού, που διακηρύσσει το 86% των συμπολιτών μας, οφείλεται στις παραδόσεις των Βαυαρών και άλλων ρομαντικών του 17ου και 18ου αιώνα, είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα κερδίζουν κοινό νεότερες και εισαγόμενες ανορθολογικές θεωρίες, όπως είναι οι ψεκασμοί (33% των Ελλήνων είναι σίγουροι ότι μας ψεκάζουν ) ή το αντιεμβολιαστικό κίνημα. Κάτι που υπογραμμίζει την ανάγκη επιστροφής στα θεμελιώδη της ανθρωπιστικής παιδείας, που είναι η ανοχή και η πίστη στον ορθό λόγο και όχι μόνο επειδή συγκροτήθηκαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 11.11.2018