Πυροβολώντας τη δημοσιογραφία

on . Posted in Eλλάδα

Είναι πολλοί οι λόγοι της αυξανόμενης αναξιοπιστίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Κάποιοι είναι δομικοί, όπως π.χ. το γεγονός ότι ενώ η πολυπλοκότητα όλων των θεμάτων αυξάνεται, ο χώρος και ο χρόνος που δίδεται για την παρουσίαση ή ανάλυσή τους συρρικνώνεται, επειδή μειώνεται και το εύρος προσοχής των αναγνωστών – τηλεθεατών. Κάποιοι άλλοι είναι ελληνικοί: μικρή αγορά, με ακόμη μικρότερο αναγνωστικό κοινό, πολλές επιχειρήσεις (δεν θέλουμε συγκέντρωση ιδιοκτησίας), ένας μεγάλος πελάτης που ονομάζεται κράτος.

Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε τη μειούμενη αξιοπιστία με την καλλιεργούμενη εχθρότητα προς τα ΜΜΕ, κάτι που είδαμε στις ΗΠΑ επί Τραμπ και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Στην εγχώρια σκηνή, πολλοί καλλιεργούν την εχθρότητα προς τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ. Είναι μια μόδα που ξεκίνησε από τον αποκαλούμενο αναρχοαυτόνομο χώρο με συνθήματα του τύπου «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», πέρασε και στο αντίθετο άκρο με χαρακτηρισμούς όπως «τσοντοκάναλα», αλλά το νταούλι –ίσως και λόγω μεγέθους– το βαράει ο ΣΥΡΙΖΑ, με ψευδείς ταμπέλες περί «μνημονιακών ΜΜΕ», ασαφείς χαρακτηρισμούς όπως «συστημικά ΜΜΕ» και προσωπικές επιθέσεις σε δημοσιογράφους. Είναι το μόνο κόμμα που σε επίσημο συνέδριο χλεύαζε, παρουσιάζοντας σε γιγαντοοθόνη, τις χασμωδίες μιας τηλεπαρουσιάστριας, η οποία μάλιστα έχει και ιστορία στον χώρο της Αριστεράς.
Σε όλο τον κόσμο οι λαϊκιστές στοχοποιούν τους δημοσιογράφους ως μέλη μιας «φιλελεύθερης» (στις ΗΠΑ), «διεφθαρμένης» (σε άλλες χώρες), «πετσωμένης» (στην Ελλάδα) ελίτ. Η δημοσιογραφία, παρά τα προβλήματα που έχει, καταλήγει πάντα ένα κακό σπυρί για όσους εξ επιφοιτήσεως γνωρίζουν πώς να σώσουν τον κόσμο. Ο αριστερός λαϊκισμός, όμως, νομίζει ότι έχει ένα θεωρητικό πλεονέκτημα, τη σύλληψη του Μαρξ περί «πολιτιστικού εποικοδομήματος». Η απλή και ιδιοφυής ιδέα του ήταν ότι κάθε κοινωνία με συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις παράγει τους θεσμούς, την ιδεολογία, τον πολιτισμό που της αρμόζουν. Αυτό για τους εγγράμματους επιγόνους του δημιουργούσε το καθήκον της παραγωγής ενός «επαναστατικού», ας πούμε, εποικοδομήματος και προς αυτήν την κατεύθυνση δούλεψαν πολλοί, κάποιοι με αξιόλογα αποτελέσματα και οι περισσότεροι παράγοντας σκουπίδια, όπως αυτά του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Οι αγράμματοι επίγονοι του Μαρξισμού βολεύτηκαν με την απλή καταγγελία του υπάρχοντος εποικοδομήματος. Ξεκίνησαν καταγγέλλοντας το σύστημα των ΜΜΕ ως «μηχανισμό χειραγώγησης των μαζών», πέρασαν μετά στην καταγγελία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ΜΜΕ, για να φθάσουμε στους δικούς μας, που στοχοποιούν πλέον ατομικώς δημοσιογράφους και σκιτσογράφους. Με ψεύδη όπως «τα ΜΜΕ που στήριξαν τα μνημόνια» και εντάσσοντας υπαρκτές παθογένειες ή και προχειρότητες των ΜΜΕ σε ένα δήθεν σχέδιο «άλωσης», φτιάχνεται ένα κλίμα εχθρότητας, το οποίο έχει πολλαπλά δυσάρεστα αποτελέσματα: από φραστικές επιθέσεις μέχρι βίαιους προπηλακισμούς, ή όπως γράφαμε προχθές, «πολλοί του υποκόσμου να πιστεύουν ότι δεν τρέχει τίποτε με το να δολοφονήσουν έναν δημοσιογράφο».

Υπάρχουν πολλές παθογένειες στον χώρο των ΜΜΕ, και η δημοσιογραφία έχει περισσότερα προβλήματα. Το τελευταίο, όμως, που χρειάζεται η Δημοκρατία μας είναι η καλλιέργεια εχθρότητας, για ιδιοτελείς και μικροπολιτικούς λόγους.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 30.4.2021