Ο αναστοχασμός του ΣΥΡΙΖΑ

on . Posted in Ελλάδα - Αριστερά

Η ​μίμηση αποτελεί την ειλικρινέστερη μορφή κολακείας, είχε πει κάποτε ο Οσκαρ Ουάιλντ. Υπό την έννοια αυτή, τα στελέχη της Κεντροαριστεράς θα πρέπει να νιώθουν ιδιαίτερα κολακευμένα που ένα κόμμα που μπούκαρε στην πολιτική ως ριζοσπαστική Αριστερά προσπαθεί τώρα να παρενδυθεί τη σοσιαλδημοκρατία. Πρέπει να αισθάνονται καλά για έναν ακόμη λόγο: δεν είναι λίγο να προβιβάζονται κάποιοι από «κουίσλινγκ» σε «παλιό πολιτικό σύστημα» (έστω) και κάποιοι άλλοι από «γερμανοτσολιάδες» σε «συντρόφους».

Η μνήμη στην πολιτική είναι βραχεία και καλά κάνει. Αν κρατιόνταν παλιά γινάτια θα είχαμε ακόμη ατόφιο τον διχασμό μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων, θα μιλούσαμε ακόμη για «μοναρχοφασίστες» και «κομμουνιστοσυμμορίτες». Η Δημοκρατία θέλει υπερβάσεις και συγκλίσεις. Η αναδρομή στο παρελθόν πρέπει να αναζητεί τα αίτια των διχασμών, ώστε να μην επαναληφθούν, και όχι την αναβίωσή τους.

Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρξει σύγκλιση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς. Η χώρα πρέπει κάποια στιγμή να αποκτήσει εκείνη την πολιτική ωριμότητα που θα αντιπαρατίθενται διαφορετικές κοινωνικές θεωρήσεις με βάση τον δημοκρατικό κανόνα. Χρειάζεται λοιπόν μια ισχυρή Κεντροδεξιά και μια ενωμένη Κεντροαριστερά. Η δημιουργία της τελευταίας προϋποθέτει το «ισχυρό προοδευτικό μέτωπο», όπως λένε κάποιοι. Η Κεντροαριστερά πρέπει να συζητήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ και ας παν στην ευχή τα παλιά. Το θέμα είναι πότε και με ποιους όρους μπορεί να γίνει αυτό.

Ο πιονέρος αυτής της προσπάθειας κ. Νίκος Μπίστης είχε υπονοήσει σε παλιότερο άρθρο τους όρους της σύγκλισης. «Γιατί δεν μπορούμε και εμείς να πάμε στο πορτογαλικό μοντέλο;» αναρωτιόταν πριν από δύο χρόνια. «Να κάνει αρκετά κλικ δεξιά ο ΣΥΡΙΖΑ, κάποια κλικ αριστερά η Κεντροαριστερά και να τα βρούμε; Για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί σοσιαλδημοκρατική στροφή σημαίνει πολύ περισσότερα από μια φωτογραφία με τους σοσιαλιστές ηγέτες. Σημαίνει αυτοκριτική για καταστροφικές πολιτικές και αναστοχασμό για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Μόνο εμμονή στον διχαστικό λόγο. Δεύτερον, και βασικό, γιατί αυτό το μοντέλο προϋποθέτει υποχρεωτικά ηγεμονία των σοσιαλιστών. Οπου προχώρησε, αυτή είναι η βάση εκκίνησης, γιατί εξασφαλίζει την αγκύρωση στην Ε.Ε. Αρα η αλλαγή των συσχετισμών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια αναζήτηση» («Πόσα κλικ αριστερά;» «Εθνος», 6.2.1017).

Αναστοχασμό για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είδαμε. Αντιθέτως, αυτό που ακούμε είναι πόσο καλά τα έκαναν τότε και πόσο καλά κάνουν σήμερα τα αντίθετα από τότε. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όποτε έρχεται η κουβέντα για τις χουλιγκανικές εκδηλώσεις την περίοδο 2010-2012, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σχίζουν τα ιμάτιά τους. «Μη συγκρίνετε τους “αγανακτισμένους” με τους ακροδεξιούς χουλιγκάνους», λένε, λες και οι επιθέσεις στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ήταν (ως αριστερές) καθαγιασμένες, ενώ οι επιθέσεις στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ φασιστικές. Δεν γνωρίζουμε επίσης αν άλλαξαν οι συσχετισμοί, αν δηλαδή το σοσιαλιστικό Κίνημα Αλλαγής έγινε ηγεμονικό στον χώρο της Αριστεράς, ή αν ο κ. Μπίστης φλερτάρει με τον ΣΥΡΙΖΑ για να αποκτήσει ηγεμονία στο κόμμα το εντός του ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλιστικό ρεύμα. Το σίγουρο είναι πως η εμμονή στον διχαστικό λόγο παραμένει ατόφια και, φυσικά, δεν περιμένουμε τον κ. Αλέξη Τσίπρα να κάνει «αυτοκριτική για καταστροφικές πολιτικές». Η αυτοκριτική είναι ως εξομολόγηση ανακουφιστική για όποιον την κάνει, αλλά δεν θα επέστρεφε στον ελληνικό λαό τα 100 δισ. που έχασε στο πρώτο εξάμηνο των καταστροφικών πολιτικών. Κι εξάλλου, τι θα μπορούσε να πει ο πρωθυπουργός; «Συγγνώμη που έκανα υπουργό Οικονομικών τον Γιάνη, αλλά τότε η οικονομία δεν ήταν το μεγάλο μου ατού»; Ομως στους μύριους μύδρους που εξαπολύονται κατά των λαϊκιστών και της Ακροδεξιάς θα μπορούσε να χωρέσει και μία αιχμή τους τους Ανεξάρτητους Ελληνες, που πρεσβεύουν όλα όσα ψευδώς καταμαρτυρούν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Δημοκρατία. Να πουν κάτι σαν: «Εντάξει, και οι ΑΝΕΛ είχαν ακροδεξιό άρωμα, αλλά δεν είχαν και τον ακροδεξιό Δένδια στις τάξεις τους». Αντιθέτως, αυτό που ακόμη ακούμε από τον πρωθυπουργό είναι την υπερηφάνειά του για την ανάρμοστη αυτή πολιτικώς σχέση.

Για να έχει κάποιο διάφορο η αυτοκριτική πρέπει να γίνει έμπρακτη, «γιατί σοσιαλδημοκρατική στροφή σημαίνει πολύ περισσότερα από μια φωτογραφία με τους σοσιαλιστές ηγέτες», που έλεγε και ο κ. Μπίστης. Η σοσιαλδημοκρατία έχει ως πρόταγμα τη Δημοκρατία, σε αντίθεση με τους μπολσεβίκους που τη θυσιάζουν για χάρη του σοσιαλισμού. Αυτό σημαίνει κατ’ αρχήν ότι ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν υποστηρίζει δικτατορίσκους της Λατινικής Αμερικής, όπως κάνει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Μαδούρο. Κατά δεύτερον, σημαίνει εμμονή στον δημοκρατικό κανόνα, στο γράμμα και στο πνεύμα του. Βλέπει κανείς την προσήλωση στη Δημοκρατία με όσα θλιβερά συμβαίνουν αυτόν το καιρό στη Βουλή, με τις ψηφοφορίες να επαναλαμβάνονται για να προκύψει το επιθυμητό στην κυβέρνηση αποτέλεσμα, με τη στρέβλωση του Κανονισμού της Βουλής για να έχουμε αρχηγούς κοινοβουλευτικών ομάδων χωρίς κοινοβουλευτικές ομάδες; Και άντε οι μπολσεβίκοι το κάνουν για χάρη του σοσιαλισμού. Ετούτοι εδώ το κάνουν για χάρη του κ. Πάνου Καμμένου και για λίγο χρόνο ακόμη στην εξουσία.

Είναι αναγκαία η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Οχι για να βγάλουν κάποιοι το γινάτι τους επειδή άκουσαν τα εξ αμάξης από το συγκεκριμένο κόμμα, αλλά γιατί δεν μπορεί να γίνει με άλλους όρους η σύγκλιση του «ισχυρού προοδευτικού μετώπου», που λένε κάποιοι. Μπορούμε να φανταστούμε το αδιέξοδο, αν αυτοί οι φαντασμένοι –πίστευαν ότι μπορούν να εκβιάσουν την Ευρώπη, απειλώντας να την «τινάξουν στον αέρα»– βρεθούν στο τραπέζι με μια ισχνή Κεντροαριστερά και αρχίσουν να υπαγορεύουν όρους. Θα θεωρήσουν πως οι πολιτικοί τυχοδιωκτισμοί δεν έχουν συνέπειες και, επομένως, θα επιχειρήσουν κι άλλους· αν όχι εις βάρος πια της χώρας αλλά σίγουρα εις βάρος της Κεντροαριστεράς.

Αντιθέτως, η αντιπολίτευση θα τους προσφέρει τον αναγκαίο χρόνο για αναστοχασμό, που ζητούσε και ο κ. Μπίστης.

Η κοντή μνήμη είναι ευεργετική στην πολιτική για να αποφεύγονται οι διχασμοί, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για την αμνησία. Οι καταστροφικές πολιτικές, οι αστοχίες, τα παραπολιτικά παιγνιδάκια που ροκανίζουν τους θεσμούς, πρέπει να τιμωρούνται γιατί έτσι γίνονται αντικίνητρο για επανάληψή τους. Αν δεν τιμωρηθούν, δεν υπάρχει κίνητρο για αναστοχασμό. Γιατί να αναστοχαστεί κάποιος αυτά που έκανε, όταν αποδίδουν εκλογικώς; Ή, χειρότερα: ακόμη κι αν τα αναστοχαστεί, δεν θα μπει στον πειρασμό να τα επαναλάβει;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 3.2.2019