Των Ρωμιών οι κοινότητες

on . Posted in Ελλάδα - Αριστερά


Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ξεκίνησε στα σπαράγματα της εξωκοινοβουλευτικής (ή όπως θέλει να αυτοχαρακτηρίζεται «ονειροπόλας») Αριστεράς. Είναι η συζήτηση για τον «κοινοτισμό» ως τρίτο δρόμο, ανάμεσα στα «δύο παγκοσμιοποιητικά συστήματα: του υπαρκτού καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού.» Έτσι τουλάχιστον προσπαθεί να το οριοθετήσει το περιοδικό «Aρδην» (τεύχος Νοεμβρίου) το οποίο ξεκίνησε αυτή τη συζήτηση κι ... απειλεί να τη συνεχίσει για δύο τεύχη ακόμη.

Ο «κοινοτισμός» είναι ένα ενδιαφέρον ρεύμα που έλαμψε για λίγο στις ΗΠΑ κατά το τέλος του 20ου αιώνα, ως κριτική (και μάλιστα ταυτόχρονα από Αριστερή και υπερσυντηρητική σκοπιά) στον καλπάζοντα «νεοφιλελευθερισμό». Αντιπαρέτασσε την ανάγκη δημιουργίας ενός ασαφούς «κοινοτικού ήθους» απέναντι στον «ανεξέλεγκτο ατομικισμό και ωφελιμισμό». Ήταν ένα περίεργο ανακάτεμα ιδεών και πρακτικών, το οποίο έγινε κάποια στιγμή αφιέρωμα στο «Newsweek» και τώρα παραμένει -μαζί μ' όλα τα άλλα φρούτα του μεταμοντερνισμού- ως υποσημείωση (και πιθανώς διαγώνισμα) στις μεταπτυχιακές σχολές φιλοσοφίας.

Στη συζήτηση, που έγινε την δεκαετία του '80, ο «κοινοτισμός» δεν πρόκανε να γίνει η μεγάλη κοινωνιολογική θεωρία που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στις δύο τότε μεγάλες: του μαρξισμού, κι αυτού που στην Ελλάδα ονομάζουμε «νεοφιλελευθερισμό». Ίσως επειδή τσαλαβουτούσε σε πολλά πεδία και δεν διευκρίνιζε τίποτε, ίσως επειδή άγγιζε την καρδιά του μεγάλου (και αιώνιου) ερωτήματος των κοινωνικών επιστημών το οποίο έχει να κάνει με τα όρια της ελευθερίας: που αρχίζουν οι υποχρεώσεις του ατόμου προς την κοινωνία και που αρχίζει η ελεύθερη επιλογή.

Πιθανόν επειδή αυτό που θολά πρέσβευε ο «κοινοτισμός» ήταν μια μεγάλη παράδοση των ΗΠΑ η οποία είχε φτάσει στα όρια της (εξ ου και ο ενστερνισμός του «κοινοτισμού» από συντηρητικά κομμάτια των ΗΠΑ). Είναι αστείο να εμφανίζεται ο «κοινοτισμός» ως Αριστερή απάντηση, όταν η πιο «κοινοτιστική» χώρα στον κόσμο υπήρξε και παραμένει η Αμερική. Εκεί, δεν εκλέγουν απλώς τον δήμαρχο, τον πρόεδρο και την Βουλή, αλλά επίσης, τον αρχηγό της Αστυνομίας, τον δικαστή και τον εισαγγελέα. Εκεί τα σχολεία ανήκουν στις κοινότητες, και κανένα υπουργείο Παιδείας δεν τους επιβάλλει ωρολόγιο πρόγραμμα. Εκεί τα πανεπιστήμια ανήκουν στις Πολιτείες, ή σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς (π.χ. εκκλησία) και δεν ανήκουν στο κράτος.

Το πρόβλημα όμως ήταν ότι πολλές φορές στις ΗΠΑ ο «κοινοτισμός» έδειξε τα δόντια του. Κορυφαία στιγμή της σύγκρουσης φεντεραλισμού-κοινοτισμού ήταν ο εμφύλιος πόλεμος 1861-1865. Η κορυφή του παγόβουνου για εκείνο τον πόλεμο ήταν η δουλεία. Η ουσία ήταν ποιος αποφάσιζε για τους νόμους κάθε τοπικής κοινωνίας: η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή οι τοπικοί άρχοντες; Αυτή η διαμάχη ζει ακόμη στις ΗΠΑ (και μάλιστα τη συντηρούν πολλές φορές αιματηρά οι ακροδεξιές οργανώσεις, που θεωρούν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως τον μέγα Σατανά), αλλά εμείς εδώ μαθαίνουμε μόνο τις κορυφώσεις της. Π.χ. την διαμάχη Ρόμπερτ Κένεντι και τοπικών αρχόντων του Νότου για το αν στα (αυτόνομα και χρηματοδοτούμενα από τις τοπικές κοινωνίες) σχολεία, μπορούν να φοιτούν μαζί με τα λευκά και μαύρα παιδιά. Ή π.χ. την διαμάχη που θεατρικά βλέπουμε στις ταινίες μεταξύ της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας και της Τοπικής (Γραφείο Σερίφη), που έγινε εξαιρετικά έντονη όταν δολοφονήθηκαν τρεις αντιρατσιστές ακτιβιστές στην δεκαετία του '60 στο Μισισιπή, για να αποδειχθεί τελικά ότι ο εκλεγμένος Σερίφης (και οι βοηθοί του) είχαν ανάμειξη στους φόνους.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως εφικτός δεν είναι μόνον «ένας άλλος κόσμος». Εφικτοί είναι πολλοί «άλλοι κόσμοι» και γι' αυτό πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε. Η αποκέντρωση (ειδικά στην Ελλάδα) είναι καλή. Ο «κοινοτισμός» ως εναλλακτική πρόταση είναι ανόητη.

Είναι κατανοητή η πίκρα των Αριστερών για την ήττα που τους οδηγεί να ψάχνουν στα κατακάθια της ιστορίας εναλλακτικές προτάσεις. Όπως στον «κοινοτισμό» των ελλήνων της τουρκοκρατίας. Τότε, όμως, πέρα από τον Οθωμανό δυνάστη περίσσευαν και οι ντόπιοι μικροδυνάστες. Αλλά πάλι για την Αριστερά η σκλαβιά πάντα υποσημείωση ήταν στη σκέψη της. Γιατί ν' αλλάξει τώρα;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 12.12.2003