Οι επιλογές του πρωθυπουργού

on . Posted in Ελλάδα - Ν.Δ

Είχε δίκιο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ είπε ότι «οι επιλογές των υπουργών είναι αποκλειστικό προνόμιο του πρωθυπουργού και δεν είμαι υποχρεωμένος να μοιράζομαι κατ’ ανάγκην δημόσια τα κριτήρια με τα οποία κάνω τις επιλογές μου» (12.9.2021). Αλλά πάλι, σάμπως είχε καμιά υποχρέωση να απαντήσει για την πανδημία ή τα ελληνοτουρκικά; Οι τυπικές υποχρεώσεις κάθε πρωθυπουργού εξαντλούνται στο να δίνει εξηγήσεις στη Βουλή. Συνεπώς, η συνέντευξη Τύπου καθαυτή δεν ήταν υποχρεωτική· και οι 46 ερωτήσεις που έκαναν οι δημοσιογράφοι, μπορούσαν να έχουν την ίδια απάντηση.

Το ενδιαφέρον είναι πως προϊούσης της συνέντευξης ο κ. Μητσοτάκης αποκρίθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ερώτησης που δεν απάντησε: «Δεν χρησιμοποιώ ούτε δεξιόμετρα ούτε αριστερόμετρα. Αυτό που με νοιάζει είναι η κυβέρνηση να γράφει πολλά χιλιόμετρα δουλειάς και να μπορεί να εκφράζει πολιτικά μια πλατιά, ευρεία κοινωνική συμμαχία της Ευρώπης, της λογικής, του ορθολογισμού», ή «όταν κάνω επιλογές για υπουργεία, αυτό το οποίο με ενδιαφέρει είναι αν το πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να υπηρετήσει την πολιτική» κ.λπ. Σε τι λοιπόν δεν θέλησε να δώσει εξηγήσεις ο πρωθυπουργός; Ισως στην απόφανση του δημοσιογράφου ότι «οι αντίπαλοί σας ισχυρίζονται ότι αλλάξατε άποψη επειδή δεν μπορέσατε ή δεν θέλατε να διαταράξετε εσωκομματικές ισορροπίες στη Νέα Δημοκρατία».

Παρά το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης είπε αργότερα ότι «στις ισορροπίες δεν δίνω πολύ μεγάλη σημασία», είναι κοινός τόπος ότι χωρίς το κόμμα δεν κερδίζονται εκλογές και με το κόμμα δεν μπορεί κάποιος να κυβερνήσει. Ισχύει για όλους τους πρωθυπουργούς, ίσχυε ακόμη και για δικτάτορες. Τούτο είναι εμφανές στην ιστορική μονογραφία της Sheila Fitzpatrick «Οι σύμβουλοι του Στάλιν» (εκδ. Μεταίχμιο). Μέχρι το 1945 (όταν ο «πατερούλης» πιστώθηκε όλες τις θυσίες των Σοβιετικών πολιτών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) ο Στάλιν δεν είχε εντελώς ελεύθερα τα χέρια. Για παράδειγμα, έκανε τις μεγάλες εκκαθαρίσεις με δόσεις και σε μακρά χρονική διάρκεια. Ξεκινούσε με τη συκοφάντηση των στελεχών του και αναλόγως με την απήχηση που είχαν εντός του κόμματος, τους υποβάθμιζε στην κυβέρνηση, τους διέγραφε από το κόμμα και στο τέλος τους εκτελούσε. Υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις μπολσεβίκων που γλίτωσαν επειδή οι συκοφαντίες του δεν έγιναν πιστευτές.

Καλώς ή κακώς, τα κόμματα έχουν ειδικό βάρος στον σχεδιασμό κάθε πολιτικού, βάρος που στη Δημοκρατία μεγεθύνεται όσο πλησιάζουν οι εκλογές. Υπό την έννοια αυτή η εκσυγχρονιστική δυναμική του κ. Μητσοτάκη έχει όρια και απλώς δεν ξέρουμε πού είναι αυτά. Στην περίπτωση των κυβερνήσεων Σημίτη τα είδαμε το 2001, όταν το κόμμα του χαντάκωσε τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, που θα έσωζε την Ελλάδα από τη χρεοκοπία.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 14.9.2021