Η οργή ενός προοδευτικού

on . Posted in Βιβλία


Paul Krugman: «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». Μετάφραση: Αντώνης Παπαγιαννίδης. Εκδόσεις «Πόλις», 2008

Δεν είναι τυχαίο που η λέξη «στασιμοπληθωρισμός» εμφανίζεται μόνο μια φορά στο 450 σελίδων βιβλίο του Πολ Κρούγκμαν. «Η συνείδηση ενός προοδευτικού» δεν χωρά τις αποτυχίες του μοντέλου που κηρύσσει. Και το χειρότερο είναι ότι δεν τις εξηγεί. Καθηγητής Οικονομικών ο ίδιος στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον όφειλε να είχε μια καλύτερη εξήγηση για την επιτυχία του «κινηματικού συντηρητισμού» στις ΗΠΑ, από τις πολιτικές και ιδεολογικές μηχανορραφίες της σκληρής πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Αυτές ήταν υπαρκτές, όπως υπαρκτή είναι και η κατάληξή τους: οι νεοσυντηρητικοί σήκωσαν τη σημαία της ηθικής για να κυβερνήσουν με τον πλέον ανήθικο τρόπο. Δεν γνωρίζουμε αν η προσφυγή στις «αγνές παραδοσιακές αξίες» ήταν απλώς μια σημαία ευκαιρίας για να κατακτηθεί η πολλαπλώς προσοδοφόρος εξουσία, ή απλώς τα μέσα διέβρωσαν τον σκοπό. Το ζήτημα είναι ότι η οκταετής διακυβέρνηση του Τζορτζ τζούνιορ Μπους δεν ήταν καταστροφική μόνο για την εικόνα των ΗΠΑ, ήταν καταστροφική και για το ήθος της. Τα σκάνδαλα ήταν η μόνη συνεπής πολιτική που παρήγαγε: από τα ψέματα για την εξαπόλυση του πολέμου στο Ιράκ και μέχρι τις μπίζνες όλων των κορυφαίων στελεχών της. Και όλα αυτά υποστηριζόμενα από ένα επικοινωνιακό καταιγισμό οργουελιανού τύπου, σύμφωνα με τον οποίο ο «πόλεμος θα κατέληγε σε Δημοκρατία» και η Δημοκρατία είναι πόλεμος με αθέμιτα μέσα.

Το σίγουρο είναι ότι ο Πολ Κρούγκμαν δεν είναι μαρξιστής. Πολιτικός αναλυτής στην εφημερίδα New York Times, βλέπει το εποικοδόμημα να διαμορφώνει την οικονομία και όχι το αντίστροφο. Θεωρεί ότι, όπως και σήμερα, έτσι και «σε όλη τη διάρκεια της Επίχρυσης Εποχής (Σ. Σ.: η εποχή της οικονομικής ακμής στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα που έληξε με τη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930) οι πολιτιστικές και φυλετικές διαφορές ανάμεσα σε ομάδες που μοιράζονταν κοινά οικονομικά συμφέροντα απέκλειαν την εμφάνιση μιας αληθινής πολιτικής αντίδρασης στην κρατούσα ακραία οικονομική ανισότητα».

Το πυκνό σε στοιχεία βιβλίο εξηγεί την ήττα των Δημοκρατικών το 1968 από τον «βρώμικο Ντικ» (Ρίτσαρντ Νίξον) με όρους δυσθυμίας του εκλογικού σώματος, αλλά δεν προσφέρει επαρκή εξήγηση για τη μεγάλη μεταστροφή του εκλογικού σώματος τη δεκαετία του 1980 υπέρ των «ανάλγητων συντηρητικών». Στα μέσα της δεκαετίας του '60, οι ΗΠΑ ζούσαν την εποχή της μεγάλης ευημερίας. Το κοινωνικό κράτος κέρδιζε διαρκώς έδαφος και οι πολιτικές εξάλειψης του ιδιότυπου απαρτχάιντ μόλις είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται. «Αν το σύνθημα "είναι η οικονομία, χαζέ" ίσχυε ήδη από εκείνη την εποχή, η Αμερική θα ήταν μια χώρα με μαζική πολιτική ικανοποίηση», γράφει. Και όμως, όταν τον Αύγουστο του 1966 μια δημοσκόπηση του Ασοσιέιτεντ/IPSOS ρώτησε: «Γενικά θεωρείτε ότι τα πράγματα πορεύονται στη χώρα προς τη σωστή κατεύθυνση ή πηγαίνουν λάθος;», μόνο το 26% απάντησε «στη σωστή κατεύθυνση», ενώ 71% απάντησε «λάθος». Το γιατί δεν είναι μυστήριο για κανένα. Γα πολλούς Αμερικανούς -ίσως για τους περισσότερους- η όποια ικανοποίηση από τη συνεχή οικονομική βελτίωση αντισταθμιζόταν από την απόλυτη αίσθηση ότι η κοινωνία πήγαινε να διαλυθεί. Η εγκληματικότητα είχε απογειωθεί -οι πόλεις συνταράσσονταν από διαδηλώσεις-, τα προνομιούχα παιδιά άφηναν μαλλιά, έπαιρναν ναρκωτικά, έκαναν σεξ χωρίς να παντρεύονται...

Αυτή την κατάσταση εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Νίξον για να κερδίσει τις εκλογές του 1968. Με σημαία την ηθική κέρδισε την καρδιά και το μυαλό της μεσαίας τάξης, άσχετα αν η διακυβέρνησή του αποδείχτηκε η ανηθικότερη όλων. Το θέμα όμως ήταν ότι η διακυβέρνηση Νίξον ακολούθησε και επέκτεινε την πολιτική του «Νιου Ντιλ». Οι Αμερικανοί, κατ' ουσίαν, ψήφισαν τότε έναν ηθικολόγο Δημοκρατικό.

Στη δεκαετία του 1980 όμως είχαμε «αλλαγή παραδείγματος». Οι Αμερικανοί επέλεξαν την κατεδάφιση των πολιτικών του «Νιου Ντιλ», πολιτική που επιβράβευσαν το 1984, όταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν κέρδισε στις εκλογές όλες τις πολιτείες, πλην μιας, αλλά και το 1988 εκλέγοντας τον άχρωμο Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο. Αυτή την επιτυχία ο Πολ Κρούγκμαν την αποδίδει στην οργάνωση του «κινηματικού συντηρητισμού», στο γεγονός ότι εμφανίστηκε ως ριζοσπαστική δύναμη έναντι των «συντηρητικών» (πλέον) προοδευτικών που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτε.

Βέβαια τα βρώμικα κόλπα δεν έλειψαν ποτέ από τη φαρέτρα του «κινηματικού συντηρητισμού», με αποκορύφωση τη μεθόδευση για την αποκάλυψη της σχέσης Κλίντον - Λιουίνσκι ή ακόμη χειρότερα τη νομότυπη νοθεία που έγινε στη Φλόριντα για να κερδίσει ο Τζούνιορ Μπους. Ολα αυτά όμως δεν εξηγούν τη βιωσιμότητα ενός μοντέλου, που σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Κρούγκμαν, διευρύνει τις ανισότητες. Η εξήγηση του Κρούγκμαν είναι διττή. Σε πρώτη φάση οι τεχνολογικές αλλαγές διευρύνουν τις ανισότητες διότι μειώνουν τη ζήτηση για ανειδίκευτη εργασία και αυξάνουν τρομακτικά τη ζήτηση για νέες δεξιότητες. Κατόπιν «τα χρήματα αγοράζουν επιρροή και καθώς το πλουσιότερο μικρό ποσοστό των Αμερικανών έχει πλουτίσει ακόμη περισσότερο χάρη στις δυνάμεις που βαθαίνουν την ανισότητα (όπως η τεχνολογική αλλαγή), έφτασε να είναι αρκετά πλούσιο ώστε να αγοράσει ένα ολόκληρο κόμμα. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αύξηση του κινηματικού συντηρητισμού είναι παράγωγο της αυξανόμενης ανισότητας».

Το βιβλίο, που ξεχειλίζει από οργή για την τωρινή πολιτική κατάσταση, τελειώνει με συγκρατημένη αισιοδοξία για το μέλλον των Δημοκρατικών. «Αν επισκοπήσει κανείς τη σημερινή πολιτική σκηνή των ΗΠΑ», γράφει ο Κρούγκμαν, «θα εντυπωσιαστεί από το πόσο καλά διατυπωμένο είναι το πρόγραμμα του προοδευτικού κινήματος και πόσο διανοητικά ξεπερασμένος έχει καταντήσει ο κινηματικός συντηρητισμός... Οι Ρεπουμπλικανοί διεκδικητές δεν προσέφεραν κανενός είδους πρόταση. Φαινόταν να συναγωνίζονται για το ποιος ηχούσε περισσότερο σαν τον Ρόναλντ Ρέιγκαν ή ποιος θα αναδειχθεί πιο ενθουσιώδης υποστηρικτής των βασανιστηρίων... Οι Δημοκρατικοί έχουν γίνει το κόμμα των ιδεών». Το μόνο πρόβλημα με αυτό τον επίλογο είναι ότι έχει ξαναγραφεί. Και έχει διαψευσθεί από τα εκλογικά αποτελέσματα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 12.8.2008