Τι είναι ο λαϊκισμός;

on . Posted in Βιβλία

Στη χιουμοριστική ιστορία της Βρετανίας, οι W. C. Sellar and R. J. Yeatman ανέφεραν ότι «ο Γλάδστων ξόδεψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του προσπαθώντας να βρει απάντηση στο ιρλανδικό ερώτημα. Δυστυχώς, μόλις έφτανε κοντά, οι Ιρλανδοί άλλαζαν κρυφά το ερώτημα». Το ίδιο πρόβλημα των διαρκών μεταμορφώσεων υπάρχει και με τον λαϊκισμό, εξέχοντες μελετητές του οποίου είναι ο γάλλος φιλόσοφος Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ και, στα καθ’ ημάς, ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Ανδρέας Πανταζόπουλος. Τα βιβλία τους κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα και η συλλογή άρθρων του δεύτερου πρέπει να διαβαστεί ως «εφαρμοσμένος ταγκιεφισμός» για την ελληνική εκδοχή του φαινομένου, με πιο δύσκολες λέξεις.

Ο Ταγκιέφ, στον πρόλογο του τελευταίου βιβλίου του, υπονοεί τη ρευστότητα της έννοιας, αλλά η διαρκής αλλαγή στη φυσιογνωμία του λαϊκισμού φαίνεται πιο καθαρά από την τελευταία μετάλλαξή του, από

τη μεγάλη καινοτομία των νεολαϊκισμών των ευρωπαϊκών Δεξιών: αποκηρύσσουν την πολιτική και πολιτισμική επιρροή του Ισλάμ λόγω της απειλής που αυτή κάνει να βαραίνει στα μεταϋλιστικά ανθρώπινα δικαιώματα και την κοσμικότητα. Από την άποψη αυτή, όπως υποστηρίζει ο πολιτολόγος Λωράν Μπουβέ (Laurent Bouvet), οι ηγέτες τους θα μπορούσαν να αναβαπτισθούν σε «ελευθεριακούς ισλαμόφοβους» που αγωνίζονται κατά των σεξιστών και των «αντι-ομοφυλόφιλων όλων των θρησκειών». Αυτό συμβαίνει με τους ολλανδούς λαϊκιστές του Κόμματος για την Ελευθερία, [...] το ελβετικό UDC [...] και με ορισμένα σκανδιναβικά λαϊκιστικά κόμματα όπως το νορβηγικό Κόμμα της Προόδου. Η αναμόρφωση του Εθνικού Μετώπου, που επιχειρείται γύρω από το πρόσωπο της νέας αρχηγού, της Μαρίν Λεπέν, βαίνει προς την ίδια κατεύθυνση, επιχειρώντας μια θεαματική τομή με ορισμένες θεμελιακές θέσεις του παλιού Εθνικού Μετώπου, που προήλθε από την κλασική άκρα Δεξιά. Μακράν από το να κηρύσσει πόλεμο στη δημοκρατική πολιτεία [Republique] [...] η Μαρίν Λεπέν παρουσιάζεται εγγυήτρια της διαιώνισης των «αξιών της Δημοκρατικής μας Πολιτείας», και υπόσχεται «ισχυρό κράτος», το οποίο να «ρυθμίζει» τις ανταλλαγές και να προστατεύει τους πολίτες. Είτε υπερασπίζεται την αρχή της κοσμικότητας και τον δημόσιο τομέα είτε αποκηρύσσει τον πολυπολιτισμό, καταγγέλλοντας συνάμα τις «δυνάμεις του χρήματος» ή «τις τράπεζες και τις αγορές», που είναι οι «νέοι κυρίαρχοι», η επιχειρηματολογία της είναι πολύ κοντά με αυτή των Ρεπουμπλικάνων αριστεράς ή της Δεξιάς.

Μια άλλη μεταμόρφωση του λαϊκισμού είναι ότι από την «εβραιοφοβία» πέρασε στην «ισλαμοφοβία» και εξ αυτής στην «εβραιοφιλία».

Τι είναι λοιπόν κατά τον Ταγκιέφ ο λαϊκισμός; Κατ' αρχήν δεν είναι αυτό με το οποίο ασχολούνται οι άλλοι. Το βιβλίο του ξεκινά σαν να περιχαρακώνει τα επαγγελματικά δικαιώματα των πολιτειολόγων:

Αυτό που αποκαλείται «λαϊκισμός» δεν είναι της αρμοδιότητας των επικοινωνιολόγων ούτε των ειδικών αναλυτών, δημοσιογράφων ή μεντιακών πολιτολόγων, ταγμένων να σχολιάζουν τις έρευνες της κοινής γνώμης. [...] Επίσης, η λέξη δεν ανήκει μόνο στους ιστορικούς ή τους εξειδικευμένους κοινωνιολόγους στη μελέτη των κομμάτων, που επιχειρούν να ρίξουν γέφυρες για τις πολιτισμικές και πολιτικές μορφές του λαϊκισμού, [...] Θα ξεπεράσουμε με κατανόηση την περίπτωση των αμπελοφιλοσόφων ... κ.λπ.» (Taguieff)

Η αλήθεια είναι ότι δεν απέμειναν και πολλοί που έχουν αρμοδιότητα να ασχοληθούν με τον λαϊκισμό, αλλά από αυτούς τους λίγους ένας σίγουρα είναι ο Ταγκιέφ, που έχει αναλώσει μεγάλο μέρος της έρευνάς του στο φαινόμενο. Δύο σελίδες βιβλιογραφία του, παραθέτει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος στο δεύτερο ενδιαφέρον βιβλίο για το ίδιο αντικείμενο, που κυκλοφορεί υπό τον τίτλο Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013.

Με βάση και τους παραπάνω αποκλεισμούς ο Ταγκιέφ υποστηρίζει ότι λαϊκισμός δεν είναι αυτό που υποστήριξε «ο ιστορικός Μωρίς Αγυλόν (Maurice Agulhon), [ο οποίος] διερωτώμενος το 1997 για την πρόσφατη τότε επιτυχία της λέξης “λαϊκισμός” διατύπωνε ως υπόθεση ότι “σίγουρα χρειάζεται μια λέξη για να υποδεικνύει την οικογένεια των επικίνδυνων δημαγωγών”». Σίγουρα δεν είναι ο ορισμός των «αμπελοφιλοσόφων που με κάθε σοβαρότητα αποφαίνονται ότι ο λαϊκισμός είναι η συγκίνηση, ενώ δημοκρατία είναι ο ορθός λόγος». Λαϊκισμός δεν είναι αυτό «που υπαγορεύεται από τους άγραφους νόμους του υποκειμενισμού [...] όπως υπογράμμισε ο πολιτολόγος Ζαν Λεκά (Jean Leca): “Όταν συμφωνώ με τους λογικές γνώμες του λαού, αυτές είναι λαϊκές. Όταν δεν συμφωνώ, είναι λαϊκιστικές» Και σίγουρα λαϊκιστής δεν είναι μόνο ο λεπενιστής, όπως έγινε της μόδας τα τελευταία χρόνια από τα ΜΜΕ στην Γαλλία.

Τι είναι λοιπόν ο λαϊκισμός; Σύμφωνα με τον Ταγκιέφ:

μπορεί με συνεκτικό τρόπο να ορισθεί ως η πράξη του να παίρνει κανείς δημόσια το μέρος του λαού κατά των ελίτ, η ακόμη και ως «λατρεία του λαού».

Πιο αναλυτικός είναι ο Ανδρέας Πανταζόπουλος:

Ο λαϊκισμός είναι ένα πολιτικό ύφος που μπορεί να έλθει σε συγχρωτισμό με οποιαδήποτε ιδεολογία. Θεμελιώνεται στην αδιαμεσολάβητη, προσωπική, πολεμικού τύπου, κλήση που ένας χαρισματικός ηγέτης απευθύνει στον λαό, στον «υγιή» λαό, κατά του «κατεστημένου», κατά των «διεφθαρμένων» ελίτ που συνωμοτούν εναντίον του λαού. Μια κλήση που ζητά την πραγματική αλλαγή, μια καθαρτική ρήξη με το παρόν. Η μυθολογική διάσταση είναι παρούσα σε κάθε λαϊκισμό και προϋποθέτει ότι αυτό που αυτή ονομάζει «λαός» είναι πραγματικότητα, ουσία, επομένως έχει μια ενότητα και/ή μοναδικότητα. Όπως έχει επισημανθεί χαρακτηριστικά (Pierre-André Taguieff, L’Illusion populiste. Essai sur les démagogies de l’âge démocratique, Παρίσι, Flammarion, 2007): «η λαϊκιστική δράση διέπεται από την πολιτική μαγεία: ο ηγέτης θέλει να κάνει πιστευτό ότι αλλάζει ή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο με μόνη την ισχύ της ομιλίας του».

Συμπληρώνει ο Ταγκιέφ:

Η κλήση στον λαό είναι «κλήση ενάντια». [...] Κάθε λαϊκιστής ηγέτης που απευθύνεται στον λαό διατείνεται ότι του υποδεικνύει τους πραγματικούς του εχθρούς, τους «αποπάνω» (τις άνομες ελίτ), τους τριγύρω («το σύστημα»), ή τους από αλλού (οι εχθρικοί ξένοι, οι μετανάστες εισβολείς), και κυρίως τους κρυμμένους εχθρούς στο εσωτερικό του εθνικού σώματος. [...] Οι λαϊκιστές ηγέτες προσφέρονται να καταργήσουν το φράγμα ή την απόσταση, ακόμη και κάθε διαφορά κυβερνώντων και κυβερνωμένων, ή υποστηρίζουν ότι έχουν τη δύναμη να εξαλείψουν κάθε απόκλιση μεταξύ των επιθυμιών και των εκπληρώσεών τους, να καθαιρέσουν αυτή την πλευρά της αρχής της πραγματικότητας που αποτελεί η εγγραφή μέσα στη διάρκεια, ο σεβασμός των προθεσμιών, η χρονοτριβή.

Εδώ είναι που συναντιέται ο ακροδεξιός με τον ακροαριστερό λαϊκισμό κομμάτων ή κινημάτων όπως ήταν αυτό των «Αγανακτισμένων». Κατ’ αρχήν στην «κλήση ενάντια»:

Ο Γάλλος μαρξο-λαϊκιστής Ζαν-Λυκ Μελανσόν διατύπωσε το σύνθημά τους: «Να φύγουν όλοι!» Η δαιμονοποίηση του εχθρού αντικαθιστά την ανάλυση της κατάστασης και τον στοχασμό για τους πολιτικούς στόχους. (Taguieff)

«Τι ώρα είναι; Ώρα να φύγουν», είναι το σύνθημα που, μαζί με τα «κλέφτες, κλέφτες» και «η χούντα δεν τελείωσε το ’73», κατ’ εξοχήν συνοψίζουν τον θυμό των «Αγανακτισμένων» [...] Η πολιτική τάξη στο σύνολό της θα καταγγέλλεται και θα απορρίπτεται στο εξής ως «ανίκανη» και «διεφθαρμένη», η κυβέρνηση θα χαρακτηρίζεται «κατοχική» ή «χούντα» στην υπηρεσία «ξένων αφεντικών» και, ορισμένες φορές, ο ίδιος ο πρωθυπουργός «Κουίσλινγκ» (Πανταζόπουλος).

Ένα άλλο σημείο συνάντηση της ακροδεξιού με τον ακροαριστερό λαϊκισμό είναι η αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Αυτή κάποιες φορές παίρνει ανατριχιαστικές ομοιότητες. Γράφει ο Ταγκιέφ:

Πρέπει από την άποψη αυτή να θυμίσουμε ότι ο δημαγωγός Χίτλερ άρδευε έναν αριθμό θεμάτων από το ρεπερτόριο ενός «volkish» λαϊκισμού εγγύτερα του ακροαριστερού επαναστατικού λόγου, παρά του λόγου των συντηρητικών δεξιών. Έτσι συνέδεε τη λατρεία του λαού με την προσφυγή στην αντικαπιταλιστική δημαγωγία (στοχεύοντας ειδικότερα τον χρηματιστικό καπιταλισμό), εκδηλωνόμενος κατά του συστήματος το οποίο κατ' αυτόν συνίσταται στο ότι «ευνοεί τον πλούτο του μικρού αριθμού και τη φτώχεια του μεγάλου αριθμού». Σε ομιλία του που εκφώνησε στο Βερολίνο στις 10 Δεκεμβρίου 1940 σε ένα στρατιωτικό εργοστάσιο μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες εργάτες, ο Χίτλερ παρουσίαζε τον αγώνα του ως πάλη μεταξύ των «δύο κόσμων»: από τη μια η εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και, από την άλλη πλευρά, η συμμαχία του κεφαλαίου και της «εβραΐλας» με τους συμμάχους της, εκκινώντας από τη Μεγάλη Βρετανία. Έτσι στην εθνικιστική δημολατρία αρθρωνόταν η υπερβολική καταγγελία της κοσμοπολίτικης πλουτοκρατίας: «Πολέμησαν τον εθνικολαϊκισμό γιατί εκθειάζει την αρχή ότι το κεφάλαιο πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της οικονομίας και η οικονομία στην υπηρεσία του λαού...»

Και συμπληρώνει για τα καθ’ ημάς ο Ανδρέας Πανταζόπουλος:

Η κεντρική προεκλογική ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην Αθήνα (3/5/2012) συμπυκνώνει την εθνικολαϊκιστική κλήση τού εν λόγω σχηματισμού προς το εν δυνάμει ακροατήριό του, και από την άποψη αυτή προσφέρεται, κατά παραδειγματικό τρόπο, για την αποκωδικοποίηση του κεντρικού του μηνύματος [...] Με τα ίδια τα λόγια του Αλ. Τσίπρα: «Αναμετράται η Ελλάδα των λίγων με την Ελλάδα των πολλών. Η Ελλάδα της ολιγαρχίας με την Ελλάδα της Δημοκρατίας. Αυτό είναι το κρίσιμο δημοψήφισμα για τον λαό και τον τόπο στις 6 Μαΐου. [...] Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ελλάδας ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο. Όλες οι δυνάμεις του πλούτου, της διαπλοκής, της τραπεζοκρατίας ενώθηκαν και σήμερα έχουν έναν μόνο αντίπαλο: το ΣΥΡΙΖΑ - Ενωτικό Κοινωνικό Μέτωπο».

Φυσικά, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται με το ναζισμό ούτε ότι ο Αλέξης Τσίπρας αντιγράφει τον Χίτλερ. Όπως επισημαίνει ο Ταγκιέφ, «η χιτλερική ρητορική σ’  αυτό το πεδίο δεν διαφέρει πολύ από εκείνη ορισμένων πολιτικών ιθυνόντων των μεγάλων δημοκρατικών χώρων, οι οποίοι σε καιρούς κρίσης προσφεύγουν, χωρίς αναγκαστικά να το πιστεύουν, στην καταγγελία της δαιμονικής δύναμης του χρηματιστηριακού κεφαλαίου ή του Χρήματος. [...] Το κυρίαρχο θέμα σε έναν τέτοιου τύπου λόγο είναι η καταγγελία των αποπάνω απατεώνων, που εξομοιώνονται με τους εκμεταλλευτές του “λαού”. Αυτή η καταγγελία μπορεί να γίνεται στο όνομα της δημοκρατίας (της οποίας απαιτείται μια ριζοσπαστική εκπλήρωση) αλλά και στο όνομα μιας ρητά αντιδημοκρατικής αντίληψης».

Βεβαίως η τομή Αριστεράς-Δεξιάς υπάρχει ακόμη και στις λαϊκιστικές εκδοχές των. Σύμφωνα με τον  Tαγκιέφ:

1) Ο «δεξιός» λαϊκισμός [...] υπερβάλλει ως προς τις πραγματικές απειλές (για παράδειγμα, η παραβατικότητα, η ανασφάλεια, η τρομοκρατία, ή ο εθνοτικός κατακερματισμός) και προσθέτει καινούργιες φανταστικές, έστω και αν στηρίζονται σε παρατηρήσιμα φαινόμενα (η μετανάστευση ως εισβολή, η «εξισλαμιστική» συνωμοσία ή η ισλαμική κατάκτηση της Ευρώπης, η παρακμή). [...]

2) Ο «αριστερός» λαϊκισμός [...] ελαχιστοποιεί ή αρνείται τις πραγματικές απειλές (για παράδειγμα αυτές που συνδέονται με την παραβατικότητα, την τρομοκρατία, με μια ανεξέλεγκτη μετανάστευση) και τις αντικαθιστά με άλλες περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές πάντα συνδεόμενες με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του «αδηφάγου καπιταλισμού» ή της «φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», ένα «φασισμό» ή έναν «πεταινισμό» αποδιδόμενο αποκλειστικά στον πολιτικό αντίπαλο. [...]

Αυτό που έχουν κοινό αυτοί οι πολιτικά ανταγωνιστικοί λαϊκισμοί είναι η ανευθυνότητα. Πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε ως συμπτώματα και όχι ως λύσεις.

Τον καλύτερο βέβαια ορισμό για τον λαϊκισμό θα τον έδινε ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος συμβούλευε «να κάνεις τα πράγματα όσο πιο απλά γίνεται, αλλά όχι απλούστερα». Εκεί, στο «απλούστερα», είναι η μεγάλη επικοινωνιακή δύναμη των λαϊκιστών και η καταστροφική τους διακυβέρνηση. Ο λαϊκιστικός λόγος αφαιρεί παραμέτρους από τη σύνθετη πραγματικότητα και γι' αυτό γίνεται κατανοητός κι ελκυστικός από τις μάζες – αλλά η αφαίρεση αυτών των παραμέτρων, στην πράξη, οδηγεί σε καταστροφές.

Έχω υποστηρίξει παλιότερα ότι «ο Τζον Κέρρυ ήξερε πόσο σύνθετη είναι η πολιτική. Και φυσικά κατηγορήθηκε γι’ αυτό. Εμφανιζόταν χωρίς σταθερή άποψη, αλλά εκείνος στην πραγματικότητα είχε σύνθετη άποψη που φυσικά δεν χωρούσε στα καλούπια των media. Είχε, όμως, απέναντί του έναν άνθρωπο που έλεγε το απλοϊκό, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό στον μέσο ψηφοφόρο: "όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας". Τι θα μπορούσε να απαντήσει ο κ. Κέρρυ σ’  αυτό χωρίς να φανεί υποχωρητικός; "Ναι, όσοι δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας, με την προϋπόθεση ότι ο ΟΗΕ θα πράξει το Α' και η Ευρώπη θα μας στηρίξει στο Β', ενώ οι διεθνείς συνθήκες... κ.λπ."; Μέχρι να το εξηγήσει, χάθηκαν οι πέντε εκλέκτορες της Νεμπράσκα...» («Το δημοκρατικό παράδοξο», εφημ. Απογευματινή, 7/11/2004) Ο Μπους κέρδισε διά του λαϊκισμού του τις εκλογές αλλά η εφαρμογή-λαϊκισμός «όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» δεν κατέστρεψε μόνο το Ιράκ· γονάτισε και την αμερικανική οικονομία από τα ελλείμματα.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, δεν παραμένει αναλλοίωτος στον χρόνο, δεν απαντάται μόνο σε μια χώρα ή έναν πολιτικό χώρο. Απαιτεί διαρκή πολιτική αντιπαράθεση, εξήγηση των σύνθετων φαινομένων («να κάνεις τα πράγματα όσο πιο απλά γίνεται...») και όχι δημιουργία αντίπαλων λαϊκισμών («...αλλά όχι απλούστερα»), διότι η ιστορία έδειξε ότι ο λαϊκισμός μεταλλάσσεται και διογκώνεται  τρεφόμενος από τους αντίπαλους λαϊκισμούς. Από τη στιγμή που οι πολίτες συνηθίσουν την απλοϊκή εξήγηση σύνθετων φαινομένων, εύκολα μεταπηδούν από τον έναν στον αντίπαλο λαϊκισμό. Οι ανερχόμενες δεξιές λαϊκιστικές κινητοποιήσεις, γράφει ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, «είναι δεξιές γιατί είναι ρητά αντιαριστερές, αλλά οι θεμελιώδεις απορρίψεις τους συναντώνται και στην Αριστερά καθώς και σε ευρύτερα τμήματα της κοινής γνώμης των εθνικών κοινωνιών». Με όχημα την απλοϊκότητα εμφανίστηκε στην Γαλλία αυτό που ονομάστηκε «αριστερο-λεπενισμός» ή «εργατο-λεπενισμός»: «Στα τέλη Νοεμβρίου του 2011», γράφει ο Ταγκιέφ, «τα αποτελέσματα δημοσκόπησης για την πρόθεση της εργατικής ψήφου στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2012 έφεραν πρώτη την Μαρίν Λεπέν με 43%, μπροστά από τον Νικολά Σαρκοζύ (22%) και τον Φρανσουά Ολάντ (22%)».

Στα δικά μας, οι εργάτες σε μεγαλύτερο ποσοστό (43%) από όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες, απήντησαν ότι «ήταν καλύτερα τα πράγματα την περίοδο της δικτατορίας», ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στον χώρο αριστερά του κέντρου οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ με 24% συμφώνησαν με την πρόταση «καλύτερα επί χούντας», με το ΚΚΕ να ακολουθεί (17%), το ΠΑΣΟΚ 13% και η Δημ.Αρ. 12% (MetronAnalysis, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21/4/2013).

Στο ερώτημα «τι να κάνουμε ενώπιον της ανόδου των νέων λαϊκιστικών δεξιών στην Ευρώπη», ο  Ταγκιέφ απαντά:

Με την προϋπόθεση ότι θα αναγνωριστούν πλήρως και θα τεθούν σε ορθή βάση ορισμένα δύσκολα ή ενοχλητικά προβλήματα που μέχρι τώρα ήταν αντικείμενο δημαγωγικής εκμετάλλευσης, το νεολαϊκιστικό φαινόμενο μπορεί, εν μέρει τουλάχιστον, να απορροφηθεί μέσω ανοιχτών αντιπαραθέσεων, συμφωνιών και συμμαχιών, ενώ η δαιμονοποίησή του το συντηρεί [...] Κρατημένοι μακριά από την εξουσία, μέσω μιας αμυντικής στρατηγικής που προσφεύγει στη δαιμονοποίηση και στο μαντάλωμα των ενοχλητικών ζητημάτων διαμέσου του «πολιτικά ορθού», οι νέοι ταυτοτικοί λαϊκισμοί και οι λαϊκισμοί διαμαρτυρίας αφοσιώνονται στο να διαφθείρουν τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες εκ των έσω. [...] Όπως μας καλεί ο Λοράν Μπουβέ  (καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Versailles-Saint-Quentin-en-Yvelines και συγγραφέας), απευθυνόμενος πρωτίστως στην Αριστερά, πρέπει να μάθουμε να «εξημερώνουμε» τον νεολαϊκισμό περισσότερο «διαλεκτικοποιώντας» τον παρά «δαιμονοποιώντας» τον...

Δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Books’ Journal Μάιος 2013