Το σιτάρι και η δημοκρατία

on . Posted in Κόσμος

Α​​πό μια άποψη στην Ουγγαρία εκπληρώθηκε ο χρησμός του Μπέρτραντ Ράσελ, ο οποίος κάποτε αναρωτήθηκε: «Αν κάποιος σου προσφέρει δημοκρατία και ένας άλλος ένα σακί σιτάρι, σε ποιο επίπεδο πείνας θα προτιμήσεις το σιτάρι από το δικαίωμα ψήφου;».

Βεβαίως, η Ουγγαρία δεν πεινάει, ούτε τέθηκε ζήτημα κατάργησης της ψηφοφορίας. Ομως διολισθαίνει σε αυτό που ονομάστηκε «ανελεύθερη δημοκρατία» και η οικονομία της πάει καλά. Αν και υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των Ορμπανόμικς (το μοντέλο Ορμπαν στην οικονομία), οι δείκτες και οι άνθρωποι ευημερούν. Ο λαϊκιστής ηγέτης εφάρμοσε το πρόγραμμα του ΔΝΤ (αφού πρώτα το... έδιωξε) και η χώρα σημειώνει ρυθμούς ανάπτυξης 2%-4% από το 2013. Ο πληθωρισμός έπεσε από το 9% το 2007 σε 2%, οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 10%, η δε ανεργία έφτασε το 3,8% από 11,4% το 2010. Κάποιοι έφτασαν να μιλούν για θρίαμβο του «αυταρχικού καπιταλισμού» σε αντίθεση με τα πολλά προβλήματα που έχουν οι φιλελεύθερες καπιταλιστικές οικονομίες της Δύσης. Να σημειώσουμε ότι το οικονομικό μπουμ χρηματοδοτήθηκε εν πολλοίς από ευρωπαϊκά κονδύλια. Η Ουγγαρία απορροφά 3-4 δισ. ευρώ από τα κοινοτικά ταμεία για μεγάλα έργα.

Η εμπειρία της Τουρκίας δείχνει ότι αυτά τα «οικονομικά θαύματα» έχουν κοντά ποδάρια. Οταν αρχίσουν τα προβλήματα, όμως, ο Βίκτορ Ορμπαν δεν θα έχει κανένα πρόβλημα να εφαρμόσει πολιτικές αντίθετες από αυτές που σήμερα δοξάζει. Ετσι κι αλλιώς, ο Ούγγρος πρωθυπουργός πάει όπου φυσάει ο άνεμος. Ηταν κομμουνιστής ως μαθητής, την εποχή που κυριαρχούσε ο κομμουνισμός· έγινε αντικομμουνιστής όταν το καθεστώς κατέρρεε· φιλελεύθερος στα πρώτα βήματα χειραφέτησης της Ουγγαρίας από τον σοβιετικό ζυγό, αντιφιλελεύθερος τώρα· αντιτάχθηκε στην επίσκεψη του Πάπα στην Ουγγαρία τη δεκαετία του 1990 χλευάζοντας τους Χριστιανοδημοκράτες, ενώ τώρα δηλώνει σταυροφόρος της χριστιανικής πίστης ενάντια στην απειλή του Ισλάμ· υπότροφος του Ιδρύματος Σόρος στα νιάτα του, εχθρός του ουγγρικής καταγωγής μεγιστάνα τώρα. Το κόμμα του Fidesz ξεκίνησε ως φιλελεύθερο, έγινε συντηρητικό, για να καταλήξει ακροδεξιό. Οι υποστηρικτές του λένε ότι ως ηγέτης «ακούει τι θέλει ο λαός». Ομως, μάλλον πιο ευήκοο είναι το αυτί του στα κελεύσματα της εξουσίας.

Το θέμα δεν είναι οι μεταλλάξεις του Ορμπαν· επιβραβεύθηκαν κι εδώ κάμποσες κυβιστήσεις. Είναι η ανοχή του λαού στην υποκρισία. Παρά το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», που ο Ορμπαν διακονεί, η κυβερνητική διαφθορά είναι στα ύψη. Ο γαμπρός του και κορυφαία στελέχη του Fidesz κατηγορούνται για ενθυλάκωση δημόσιου χρήματος. Η OLAF (ευρωπαϊκή υπηρεσία πάταξης της διαφθοράς) ψάχνει πού καταλήγουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Η διογκούμενη διαφθορά στην Ουγγαρία οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα Fidesz εκτός από την κυβέρνηση πήρε και την εξουσία· κάτι που ονειρεύονται και οι δικοί μας ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αφού κατάφερε να ελέγξει τη Δικαιοσύνη, και φίλοι του επιχειρηματίες αγόρασαν όσα ΜΜΕ δεν είχε κλείσει ο ίδιος τώρα έχει στόχο τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τις κατηγορεί συλλήβδην ότι χρηματοδοτούνται από το Ιδρυμα για την Ανοιχτή Κοινωνία του Τζορτζ Σόρος. Μια μέρα μετά τη νίκη στις εκλογές ο εκπρόσωπος του κόμματος δήλωσε πως το νομοσχέδιο «Stop Soros» είναι έτοιμο να προχωρήσει με σκοπό να περιοριστεί η δυνατότητα των ΜΚΟ να παρέχουν βοήθεια σε πρόσφυγες και μετανάστες. Ανάμεσα, φυσικά, στις ΜΚΟ που πλήττονται είναι και η «Διεθνής Διαφάνεια». Βολικό! Την ίδια μέρα ο εκδότης της εφημερίδας Magyar Nemzet, μιας εκ των δύο σημαντικότερων αντιπολιτευτικών εφημερίδων στη χώρα, ανακοίνωσε τη διακοπή λειτουργίας της εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών.

Στην Ουγγαρία, προφανώς δεν κατανοούν ότι η αποκέντρωση και ο δημοκρατικός έλεγχος της κυβέρνησης αποτρέπουν τα εκφυλιστικά φαινόμενα. Ισως επειδή δεν έχει μακρά δημοκρατική παράδοση. Αλλά σάμπως οι λαοί χωρών με μακρά δημοκρατική πορεία δεν φλερτάρουν με ποικίλους λαϊκιστές οι οποίοι το πρώτο που υπόσχονται είναι η καταστροφή των φιλελεύθερων θεσμών, αυτών δηλαδή που προστατεύουν τον λαό από τις αυθαιρεσίες της κυβερνητικής εξουσίας; Η ανασφάλεια που νιώθουν οι πολίτες σε ένα ραγδαία μεταλλασσόμενο περιβάλλον είναι η σύγχρονη εκδοχή του διλήμματος Μπέρτραντ Ράσελ περί σίτου και δημοκρατίας.

Για να καταρρεύσουν, όμως, οι φιλελεύθεροι θεσμοί χρειάζεται πρώτα να υπονομευθούν. Αυτό το καταφέρνουν οι δεξιοί (συνήθως) με τα κυβερνητικά πεπραγμένα τους και οι αριστεροί (συνήθως) με τις συκοφαντίες τους. Οι πρώτοι στο όνομα κάποιας δήθεν κυβερνητικής αποτελεσματικότητας και οι δεύτεροι συγκρίνοντας την (όντως ατελή) δημοκρατία με τις φαντασιώσεις περί ιδανικού που κουβαλούν στο κεφάλι τους. Ετσι, μια φθαρμένη δημοκρατία πέφτει εύκολα στα νύχια των λαϊκιστών. Μην ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα γράφτηκαν αριστεροί ύμνοι για το «κακό παιδί» της Ευρώπης, τον Βίκτορ Ορμπαν που έδιωξε το ΔΝΤ. Είναι το ίδιο «κακό παιδί» που τώρα διώχνει τους μετανάστες, διώκει δικαστές και δημοσιογράφους και κλείνει τις ΜΚΟ. Αλλά τώρα είναι αργά. Ως «κακό παιδί», που πολεμούσε τις «φιλελεύθερες ελίτ», πρόλαβε να αλλάξει το Σύνταγμα και τον εκλογικό νόμο και το 44% που πήρε στις εκλογές του έδωσε το 67% των εδρών του ουγγρικού Κοινοβουλίου. Θα μπορεί να περνά όποιο νομοθέτημα θέλει και να διώκει όποιον δεν γουστάρει. Ποιος θα τον εμποδίσει; Η Δικαιοσύνη ή η κατακραυγή του Τύπου;

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ ζούσε μέχρι το 1931 στην Αυστρία και ήξερε από πρώτο χέρι πώς κερδίζει ο φασισμός τις μάζες. Αναφερόταν στον οικονομικό σχεδιασμό όταν έγραψε στο κλασικό του έργο «Ο Δρόμος προς τη δουλεία» (εκδ. Παπαδόπουλος) ότι «μολονότι τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν τη δύναμη να πετύχουν τα πάντα εάν είχαν θελήσει να χρησιμοποιήσουν βία, δίστασαν να το κάνουν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, είχαν θέσει στον εαυτό τους ένα καθήκον το οποίο μπορούσαν να επιτελέσουν μόνο οι αδίστακτοι (σ.σ. φασίστες), οι οποίοι ήταν έτοιμοι να αγνοήσουν τους φραγμούς της κρατούσας ηθικής... Τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα εμποδίστηκαν από τα δημοκρατικά ιδεώδη τους: δεν διέθεταν την απαιτούμενη αγριότητα για την εκτέλεση της αποστολής που είχαν επιλέξει».

Το ίδιο ισχύει και για τον λαϊκισμό. Η υπονόμευση των θεσμών που κάνει σήμερα λόγω και έργω ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα πάει χαμένη. Κάποιος ακροδεξιός λαϊκιστής του μέλλοντος θα πατήσει πάνω σ’ αυτή τη φθορά της φιλελεύθερης δημοκρατίας για να επιτύχει τα χειρότερα. Και με διαβρωμένους τους μηχανισμούς ελέγχου και ισορροπιών των εξουσιών, ας ευχηθούμε ότι δεν θα είναι πολύ φασίστας. Θα είναι το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε...

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 15.4.2018