Στη χώρα των ακριβών μύθων

on . Posted in Κράτος

Στη χώρα μας βασιλεύουν ανέγγιχτοι πολλοί και ακριβοί μύθοι. Ένας απ’ αυτούς είναι η δωρεάν παιδεία. Ενώ αρνούμαστε την ελευθερία των επιλογών που θα προσέφερε ένα πιο φιλελεύθερο σύστημα εκπαίδευσης με το φόβο ότι κάπου στη γωνία μπορεί να μας περιμένουν δίδακτρα, πληρώνουμε πολλαπλά σε φροντιστήρια.

Ένας δεύτερος μύθος είναι εκείνος της δωρεάν υγείας. Κάθε Έλληνας πληρώνει υποχρεωτικά ανά μήνα εκατοντάδες ευρώ για ασφάλιση και παρ’ όλα αυτά δεν έχει περίθαλψη την στιγμή που την χρειάζεται. Οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας υπολογίζονται στο 45% του συνόλου των συνολικών δαπανών, πράγμα που δείχνει κάτι: οι υποχρεωτικές εισφορές που δίνουμε στα ταμεία πάνε στον βρόντο. Είναι απλώς φορολογία χωρίς ανταποδοτικότητα. Αντιγράφω από τις εφημερίδες: «Σύμφωνα με επίσημη έκθεση του υπουργείου Οικονομικών οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας στη χώρα μας, ως ποσοστό επί του συνόλου των δαπανών, υπολογίζονται στο 45%, το οποίο είναι μακράν το μεγαλύτερο σε όλη την Ε.Ε. Έχει υπολογισθεί ότι σε ετήσια βάση τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν, σε απόλυτους αριθμούς, το ποσό το 7,3 δισεκατομμυρίων ευρώ (δηλαδή 2,5 τρισεκατομμύρια δραχμές) γι' αυτό το σκοπό. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 3.000 ευρώ (περίπου 1.000.000 δραχμές) ανά οικογένεια, δηλαδή σε τέσσερις βασικούς μισθούς.»

Το γεγονός ότι κάθε οικογένεια ξοδεύει 3.000 ευρώ τον χρόνο (επιπλέον των εισφορών) για να έχει ιατρική κάλυψη –την στιγμή που την χρειάζεται κι όχι μετά από 5 μήνες– αποδεικνύει ότι το κράτος πρόνοιας που έχουμε κάνει είναι απλώς χρεοκοπημένο. Ας σημειωθεί ότι στα 3.000 ευρώ δεν υπάρχουν τα περιβόητα «φακελάκια», τα οποία είναι πραγματικές δαπάνες των νοικοκυριών, άσχετα αν δεν εμφανίζονται στους επίσημους λογαριασμούς.

Παρ’ όλα αυτά συντηρούμε τους μύθους περί δωρεάν παιδείας και υγείας. Γιατί; Γιατί απλώς βολεύουν πολλούς, οι οποίοι μάλιστα στην πλειοψηφία τους δεν χρησιμοποιούν αυτές τις υπηρεσίες. Βολεύουν κατ’ αρχήν τους πολιτικούς, διότι όσο περισσότερο κράτος διαχειρίζονται τόσο μεγαλύτερο πεδίο άσκησης της μικροπολιτικής έχουν. Όσους περισσότερους οργανισμούς έχουν υπό την εποπτεία τους τόσες περισσότερες εξυπηρετήσεις (ρουσφέτια) μπορούν να κάνουν στους ψηφοφόρους των: από τοποθετήσεις σε επιτροπές μέχρι μετατάξεις μέχρι, μέχρι... Κι αυτά υπό την αίρεση ότι δεν είναι διεφθαρμένοι. Και οι περισσότεροι είναι.

Κατά δεύτερο λόγο βολεύουν τους μηδέποτε εργαζόμενους συνδικαλιστές του δημοσίου, οι οποίοι έχουν γίνει ιδιότυπα πολιτικά πρόσωπα. Έχουν αποκτήσει την ισχύ να κάνουν τις «εξυπηρετήσεις», που κάποτε έκαναν μόνο οι βουλευτές (μετατάξεις κ.λ.π), αλλά μπαίνουν δια των επιτροπών και στον κουβά της διαφθοράς. Ας θυμηθούμε λιγάκι τον τοπικό Τύπο των περασμένων μηνών...

Βολεύει βέβαια και διάφορα τρωκτικά του Δημοσίου, τα οποία μέσα στον αχταρμά του δήθεν «δωρεάν» προωθούν τις ιδιοτέλειες τους. Από τους μεγάλους προμηθευτές του Δημοσίου (που ελέγχουν μεγάλο μέρος των ΜΜΕ και παράγουν δι’ αυτών μεγάλο κομμάτι των ιδεοληψιών περί «δημόσιου χαρακτήρα» των πάντων) μέχρι τους μικροεργολάβους που τσιμπούν κάτι από την πίττα.

Βολεύουν τις αριστερές ιδεοληψίες διάφορων ταγών της κοινωνίας, οι οποίοι –ασχέτως προθέσεων– επιδοτούνται κατ’ ουσία από αυτόν τον δημόσιο αχταρμά. Π.χ.: όλες οι εκδοτικές επιχειρήσεις είναι σε μαύρα οικονομικά χάλια. Αναρωτήθηκε κανείς από πού βγαίνουν τα χρήματα για να συντηρούνται 25 πολιτικές εφημερίδες στην Αθήνα, όταν η Νέα Υόρκη έχει μόνο τρεις; Γιατί λοιπόν να μην ευλογούν το «δημόσιο χαρακτήρα» της Υγείας, της Παιδείας, της ΔΕΗ, του ΟΤΕ κ.λ.π. οι δημοσιογράφοι; Απ’ αυτόν τον «δημόσιο χαρακτήρα» σιτιζόμαστε όλοι...

Η κατάσταση λοιπόν βολεύει πολύ κόσμο στα μεσαία κι ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Όλους, πλην την μεγάλη μάζα των εργαζομένων στο όνομα των οποίων γίνεται όλη η φασαρία. Αυτοί πληρώνουν τις εισφορές και την φορολογία, αλλά όταν έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στη τσέπη. Βαυκαλίζονται όμως –βαυκαλιζόμαστε– ότι έχουμε δωρεάν παιδεία και δωρεάν υγεία.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με μέτρα και μηχανισμούς ελέγχων όπως κατά καιρούς αναγγέλλουν οι κυβερνώντες. Έχουμε δοκιμάσει τα πάντα κι απέτυχαν. Τις περισσότερες φορές μάλιστα οι μηχανισμοί ελέγχων προσθέτουν στο πρόβλημα. Φτιάξαμε «αδιάφθορους» για τον δημόσιο τομέα και τώρα προχωρούμε σε δευτεροβάθμιο σώμα «αδιάφθορων» για να ελέγχει τους προηγούμενους «αδιάφθορους». Σε λίγο καιρό οι δευτεροβάθμιοι «αδιάφθοροι» θα βουτήξουν αντάμα με τους πρωτοβάθμιους στον κουβά της διαφθοράς, οπότε θα χρειαστεί να κάνουμε και τριτοβάθμιο σώμα «αδιάφθορων». Και πάει λέγοντας...

Το πρόβλημα επίσης δεν λύνεται ούτε με την ουτοπική προσδοκία ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα αποκτήσουν παραγωγικό ήθος, ή οι γιατροί θα απαρνηθούν το «φακελάκι», ή στις πολεοδομίες δεν θα γίνεται το «έλα να δώσεις». Αν ζούσαμε σε μια τόσο ηθική κοινωνία δεν θα χρειαζόμασταν καν κράτος. Η διαφθορά και η μη-παραγωγικότητα είναι συμπτώματα της ασθένειας. Το πρόβλημα υπάρχει στη δομή του κράτους καθαυτού. Από την στιγμή που κάποιος διαχειρίζεται ξένα λεφτά επόμενο είναι να προωθεί την δική του ατζέντα προτεραιοτήτων σε βάρος της κοινωνικής. Είτε αυτή αφορά την αδάπανη εξυπηρέτηση κάποιου γνωστού, είτε την διαφθορά.

Τα ‘χουμε δοκιμάσει όλα λοιπόν, πλην ενός. Το λιγότερο κράτος. Αυτό –δια της διαρκούς υποβολής των κρατικοδίαιτων– το έχουμε απαξιώσει ως ανάλγητο. Ουδείς όμως αναρωτιέται πόση ευαισθησία εμπεριέχει το «φακελάκι» στο γιατρό, ή η νόμιμη αφαίμαξη του ενός εκατομμυρίου ετησίως ανά οικογένεια για επιπλέον δαπάνες υγείας, ή οι δαπάνες για τα φροντιστήρια. Οι μύθοι του «δωρεάν» που συντηρούν όλοι όσοι σιτίζονται από τον «δημόσιο χαρακτήρα» έχουν γίνει πανάκριβοι. Μπορεί να μην τους προσέχουμε, αλλά όταν χρειαστεί να νοσηλευτούμε τους πληρώνουμε. Αδρά...

15.6.2003