Πώς πέφτουν οι τιμές;

on . Posted in Αγορά


Nα λοιπόν που ακόμη και οι τιμές του φρέσκου γάλακτος μπορούν να πέσουν. Αρκεί να το επιβάλει η ζήτηση. Τα προηγούμενα χρόνια συνέβαινε κάτι περίεργο στην ελληνική αγορά. Ολοι ελεεινολογούσαν το γάλα, ως το ακριβότερο της Ευρώπης και όλοι το αγόραζαν. Και όχι μόνο αυτό: όταν μια εταιρεία μπήκε στα σούπερ μάρκετ με ακόμη υψηλότερες τιμές, κατόρθωσε σε ένα χρόνο να κερδίσει το 17% της αγοράς. Ετσι, λοιπόν, είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι στη χώρα που καταστρατηγούνται όλοι οι νόμοι δεν θα μπορούσε να γλιτώσει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Μέχρι τώρα οι υψηλές τιμές του προϊόντος βασιζόταν σε ένα απλό σκεπτικό των επιχειρήσεων: θα γκρινιάξουν, θα φωνάξουν, αλλά στο τέλος πάλι θα αγοράσουν. Και αυτό το σκεπτικό δικαιωνόταν από την εμπειρία. Οι φωνές, οι διαμαρτυρίες και εκστρατείες μποϊκοτάζ της μιας μέρας λειτουργούσαν περισσότερο ως ασκήσεις δημοσίων σχέσεων των καταναλωτικών οργανώσεων. Η ζήτηση του ακριβού γάλακτος ήταν θαλερή, γεγονός που επέτρεπε σε ακριβότερα γάλατα να παραμένουν στο ράφι. Οι Ελληνες είχαν την οικονομική ευχέρεια για να αγοράσουν το ακριβό γάλα, το οποίο φαντασιακά συνέδεαν με το καλό γάλα.

Καιρός όμως φέρνει τα λάχανα, καιρός και την οικονομική κρίση - ή έστω τον φόβο της. Η ζήτηση άρχισε να στρέφεται σε γάλατα «ιδιωτικής ετικέτας». Αυτά είναι ίδια με τα ακριβά, χωρίς όμως να φαίνονται ότι είναι ακριβά. Οι εταιρείες γαλακτοκομικών έβαζαν το ίδιο προϊόν σε άλλη συσκευασία, συνήθως με την ετικέτα των μεγάλων σούπερ μάρκετ.

Ετσι, πέρυσι παρατηρήθηκε στροφή στην αγορά. Οι πωλήσεις των γαλακτοκομικών ιδιωτικής ετικέτας αυξήθηκαν κατά 110%. Η στροφή αυτή, μαζί με την είσοδο φθηνών εισαγόμενων, δεν άφησε ασυγκίνητες τις εταιρείες. Καλώς ή κακώς, δεν είναι οι φωνές, ούτε οι εκκλήσεις ούτε καν τα πύρινα άρθρα που συγκινούν μια εταιρεία, η οποία ως γνωστόν έχει στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους της. Τα μερίδια αγοράς ορίζουν τις επιχειρηματικές κινήσεις και φυσικά την τιμή των προϊόντων. Αν αυτά μειώνονται, οι τιμές πέφτουν. Αν όπως γινόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια αυξάνονται, οι τιμές αυξάνονται ή στην καλύτερη περίπτωση μένουν σταθερές.

Η περιπέτεια της τιμής του φρέσκου γάλακτος αποδεικνύει ότι η αγορά δεν είναι χώρος για ευχολόγια, παρακλήσεις, προσευχές και κατάρες. Μπορεί να ακούγεται κυνικό, αλλά εκεί τα πράγματα κρίνονται μόνο με το ευρώ. Οταν η ζήτηση επιμένει στα ακριβά, όλα θα ακριβύνουν. Αν στραφεί προς τα φθηνά τα πάντα θα φθηνύνουν ή θα εκλείψουν από το ράφι. Και είναι λογικό: αν την προηγούμενη περίοδο, όταν δηλαδή στο φαντασιακό των Ελλήνων «μόνο το ακριβό ήταν το καλό», η μείωση της τιμής ενός προϊόντος θα ήταν επιχείρηση αυτοκτονίας. Ολοι θα υποψιαζόταν ότι «χάλασε η ποιότητα» και το φθηνό προϊόν θα έμενε στο ράφι, προς όφελος των ακριβότερων.

Γι' αυτό πρέπει να κατανοήσουμε ότι τελικός κριτής στην αγορά είναι ο καταναλωτής. Αυτός επιβραβεύει ή τιμωρεί τις καλές ή κακές πρακτικές των εταιρειών και τις υψηλές ή χαμηλές τιμές των προϊόντων τους. Το έκανε με το γάλα. Καιρός είναι να το κάνει και με άλλα προϊόντα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 29.4.2009