Αντιποίηση Εκτελεστικής Εξουσίας

on . Posted in Δικαιοσύνη

Α​​ν ζούσε ο Σταύρος Τσακυράκης θα σάρκαζε με τον δικό του μοναδικό τρόπο την απόφαση του 6ο Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έκρινε αντισυνταγματική την περικοπή του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους. Θα έλεγε πως «είναι προφανές ότι το Σουδάν δεν έχει καλό Σύνταγμα, γι’ αυτό και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων είναι 100 ευρώ τον μήνα· αν τους παίρνουν...». Θα προσθέταμε πως αν είχαμε λίγο καλύτερο Συμβούλιο της Επικρατείας όλοι θα παίρναμε τον 15ο και 16ο μισθό των υπαλλήλων της Βουλής. Υπάρχει νομικό προηγούμενο για μια τέτοια απόφαση. Το 2008 το Ελεγκτικό Συνέδριο νομολόγησε ότι στο πλαίσιο της ισότητας των δύο φύλων η «σύνταξη άγαμων θυγατέρων δημοσίων υπαλλήλων» πρέπει να δοθεί και σε άγαμους υιούς. Να σημειώσουμε, επίσης, ότι το «λίγο καλύτερο Συμβούλιο της Επικρατείας» δεν είναι αυθαίρετος αξιολογικός χαρακτηρισμός. Σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο του ΣτΕ κ. Νίκο Σακελλαρίου «το καθήκον των δικαστών είναι να πιάσουμε τον σφυγμό της κοινωνίας» (6.10.2016). Και επειδή ο «σφυγμός της κοινωνίας» είναι υπέρ του 18ου και του 19ου μισθού, με λίγο καλύτερη Δικαιοσύνη θα ζούσαμε όλοι ζάχαρη. Αφήστε δε που θα είχαμε και την επικυριαρχία του θεσμικού επί του οικονομικού, όπως θέλει και η θεωρία του Δημοσίου Δικαίου.

Το 6ο Τμήμα του ΣτΕ «δικαίωσε» κάποιους δικαστικούς υπαλλήλους αλλά η απόφαση ισχύει για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους. Το σκεπτικό της (σύμφωνα με τα αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο) είναι παλιό. Οι δικαστές έκριναν κατ’ αρχήν πως «ο νομοθέτης δεν δικαιολογείται πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκτιμήσει την προσφορότητά του ενόψει και της διαπίστωσης ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε (2012) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα, και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις». Κι εδώ πάμε πάλι στην κρυστάλλινη λογική που επιστράτευε ο Σταύρος Τσακυράκης κάθε φορά που συναντούσαμε την ιερογλυφική γραφή των δικαστικών εκτιμήσεων.

Το 2014 το ΣτΕ συζητούσε την αίτηση ακύρωσης κατά της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές και ο τότε πρόεδρός του κ. Σωτήρης Ρίζος ήταν σύμφωνα με το ρεπορτάζ των εφημερίδων «αρκετά σκληρός λόγω της μη ύπαρξης των αναγκαίων μελετών πριν από την έκδοση της απόφασης για την κυριακάτικη λειτουργία των καταστημάτων». Η εκτίμηση του Σταύρου Τσακυράκη για το αίτημα του προέδρου του ΣτΕ (το οποίο θα φαινόταν λογικό στα καφενεία όλης της χώρας) ήταν διαυγής και αποκαθιστούσε τον ξεχωριστό ρόλο του δικαστή από εκείνο του νομοθέτη: «Η πολλή συζήτηση για τις μελέτες υποδηλώνει την παρεξήγηση ότι το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν το μέτρο είναι οικονομικά επωφελές ή όχι και, κατά συνέπεια, αυτές ή οι εμπειρικές παρατηρήσεις είναι αναγκαίες για την κρίση του. Η εκτίμηση, όμως, της οικονομικής ωφέλειας του μέτρου, ανήκει στον νομοθέτη και όχι στον δικαστή. Βεβαίως, είναι πάντοτε ευχής έργο κάθε μέτρο να στηρίζεται σε μελέτη του ζητήματος που ρυθμίζει. Δεν είναι όμως δουλειά του δικαστή να κρίνει αν ο νομοθέτης είναι απερίσκεπτος ή πρόχειρος. Την αξιολόγηση θα κάνει ο λαός, ο οποίος και θα κρίνει αναλόγως στις επόμενες εκλογές. Τα πράγματα είναι διαφορετικά αν το μέτρο θίγει δικαιώματα του ανθρώπου. Τότε ασφαλώς ο δικαστής θα ελέγξει τον νομοθέτη και θα εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων. Και στην περίπτωση αυτή, όμως, οι περίφημες μελέτες επί του θέματος δεν έχουν καμιά σημασία. Η παραβίαση δικαιωμάτων δεν δικαιολογείται επειδή κάποιο μέτρο είναι οικονομικά επωφελές. Με απλά λόγια, αν το μέτρο των ανοικτών καταστημάτων τις Κυριακές θίγει κάποιο δικαίωμα, τότε θα κριθεί ως αντισυνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι είναι οικονομικά επωφελές. Αντίθετα, αν δεν θίγει κάποιο δικαίωμα, θα κριθεί συνταγματικό, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν μελέτες που συνηγορούν για τη λανθασμένη επιλογή του μέτρου» («Τι καλείται να κρίνει ο δικαστής;», Liberal Sociability 8.11.2014).

Κατά τον ίδιο τρόπο οι δικαστές του 6ου Τμήματος του ΣτΕ δεν νομιμοποιούνται –επ’ ουδενί– να κρίνουν τις αποφάσεις των εκλεκτών της λαϊκής βούλησης, για τα «προσφορότερα μέσα». Διότι αν είναι έτσι πρέπει να τους βάλουμε κατευθείαν να κυβερνήσουν, χωρίς να παιδευόμαστε με εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Βεβαίως, όπως θα έλεγε και ο Σταύρος Τσακυράκης, «είναι πάντοτε ευχής έργο κάθε μέτρο να στηρίζεται σε μελέτη του ζητήματος που ρυθμίζει. Δεν είναι όμως δουλειά του δικαστή να κρίνει αν ο νομοθέτης είναι απερίσκεπτος ή πρόχειρος». Είναι δουλειά του ελληνικού λαού, ο οποίος κρίνει και ψηφίζει. Η απαίτηση του Δικαστηρίου να μην προχωρήσει ο νομοθέτης στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκτιμήσει την προσφορότητά του, «υποδηλώνει έναν έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου τον οποίο ο δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να κάνει», θα επαναλάμβανε σήμερα ο Σταύρος Τσακυράκης, ο οποίος συμπλήρωσε: «Εκ των πραγμάτων, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση μέσα στην οποία η δικαστική εξουσία διεκδικεί ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο. Από μία άποψη είναι, βεβαίως, ειρωνικό ότι η πλέον αποτυχημένη κρατική λειτουργία αναδεικνύεται σε αποφασιστικό πολιτικό παράγοντα. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, η δικαστική λειτουργία αδυνατεί να επιτελέσει το βασικό έργο της, δηλαδή να επιλύει τις διαφορές των πολιτών μέσα σε εύλογο χρόνο.

Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων, αλλά ευρείας έκτασης αρνησιδικία. Η τεράστια δυσλειτουργία της επιχειρείται να καλυφθεί με έναν δίχως αρχές ακτιβισμό, που επιδιώκει να φαίνεται αρεστός στην κοινή γνώμη» («Προβληματική δικαστική εξουσία», «Καθημερινή», 29.6.2014).

Αυτή η χώρα έφτασε στη χρεοκοπία ομοθυμαδόν και με συντεταγμένο τρόπο. Αυτόν που ακολουθούμε και σήμερα. Αμέσως μετά την απόφαση του 6ου Τμήματος του ΣτΕ βγήκαν οι συνήθεις τηλεοπτικοί εργατολόγοι να νομολογήσουν «Οπως έγινε και με τους συνταξιούχους είναι τυπικό το ζήτημα (...). Πρέπει να το επισημοποιήσει η Ολομέλεια. Είναι τυπικό το ζήτημα της παραπομπής στην Ολομέλεια». Η δε Ενωση που έκανε «για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους» ήδη φωτοτύπησε και μοιράζει τις αιτήσεις για δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίες γράφουν «Α Ι Τ Ο Υ Μ Α Ι Να μου καταβάλετε αναδρομικά, από το έτος 2013 μέχρι και σήμερα, τα ποσά που αντιστοιχούν στα Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, τα οποία παρακρατήσατε παρανόμως, συμμορφούμενοι με τις ανωτέρω οριστικές και αμετάκλητες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 23.12.2018