Δίκαιο επί του πραγματικού

on . Posted in Δικαιοσύνη

Ζ​​ούμε σε μια χώρα που οι πολίτες της αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση με «δημοκρατικό τρόπο». Οταν λέμε «με δημοκρατικό τρόπο» δεν εννοούμε με βάση τη λογική που λύνουν τα προβλήματά τους οι σύγχρονες κοινωνίες· γίνεται δημόσιος διάλογος επί του πραγματικού, προτείνονται λύσεις επί του πραγματικού, και προκρίνεται κάποια θεραπεία επί του πραγματικού. Στην Ελλάδα «Δημοκρατία» σημαίνει ότι αν η πλειοψηφία αρνηθεί την πραγματικότητα, τότε αυτή οφείλει να πάψει να υπάρχει. Εξ ου και οι οιμωγές για «κατάλυση της Δημοκρατίας από τα μνημόνια», για την «αντιδημοκρατική λιτότητα», και το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ στη μεγάλη συγκέντρωση του «Οχι» το 2015, «Η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται». Αυτό καθαυτό το δημοψήφισμα έγινε με την προσδοκία ότι η συλλογική βούληση θα φέρει λεφτά για να ζήσουμε όπως πριν από το 2009.

Αυτή η αντίληψη δεν εκδηλώνεται μόνο στις πλατείες. Είναι και ολόκληρος κλάδος του Δημοσίου Δικαίου με κύριο εκπρόσωπο τον καθηγητή κ. Προκόπη Παυλόπουλο. Ο ίδιος στη μακρά ομιλία που έκανε στο 6ο Ετήσιο Athens Democracy Forum επικεντρώθηκε στην «επικυριαρχία του “οικονομικού” επί του “θεσμικού”, όπως συνηθίζω να χαρακτηρίζω την παθογένεια υπονόμευσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία εξελίσσεται ως άκρως επικίνδυνος διαβρωτικός μηχανισμός του κανόνα δικαίου, της αρχής της νομιμότητας και, εν τέλει, του κράτους δικαίου, ως κορυφαίας θεσμικής και πολιτικής αντηρίδας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» (17.9.2018).


«Η δικαστική εξουσία εν γένει δεν έχει έως τώρα αναπτύξει, μέσα σ’ αυτή τη “σκοτεινή” οικονομική και κοινωνική συγκυρία, όλες τις δυνάμεις αντίστασης στο φαινόμενο της επικυριαρχίας του “οικονομικού” επί του “θεσμικού”», είπε στο 6ο Ετήσιο Athens Democracy Forum ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος.

Ξεκινάει από τις «εξωγενείς» αδυναμίες του κράτους δικαίου «με πιο εμφανή την εντεινόμενη “απορρύθμιση”, που καταγράφονται ως περισσότερο διαβρωτικές τόσο για τον πυρήνα του όσο  και για τον κανόνα δικαίου» για να καταλήξει ότι «το δημόσιο συμφέρον κατά την φύση του, ουδέποτε μπορεί να ταυτισθεί με το ταμειακό δημόσιο συμφέρον», αλλά δυστυχώς, «πολλά είναι εκείνα τα “δείγματα γραφής”, τα οποία αποδεικνύουν ότι το κατά τ’ ανωτέρω δημόσιο συμφέρον έχει χάσει, εν πολλοίς, την κλασική του θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία, αφού έχει διευρυνθεί επικινδύνως, με την έννοια ότι στον ίδιο τον πυρήνα του κατατάσσεται πλέον και το λεγόμενο “ταμειακό συμφέρον” (...). Υπό τα δεδομένα αυτά το “ταμειακό συμφέρον”, το οποίο στα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσε απλώς και μόνον δευτερογενώς, συγκεκριμένα δε ως μέσο εξυπηρέτησης του “γνήσιου” δημόσιου συμφέροντος, αποκτά πρωτογενή θεσμική οντότητα, αφού φθάνει να θεωρείται ως πρωταρχικός στόχος, δίχως την επίτευξη του οποίου καθίσταται, στην πράξη, ουσιαστικώς ανέφικτη η επιδίωξη των επιμέρους μορφών του “γνήσιου” δημόσιου συμφέροντος».

Η αλήθεια είναι πως το «ταμειακό συμφέρον» δεν ταυτίζεται με το «δημόσιο συμφέρον», όπως είπε ο κ. Παυλόπουλος, αλλά το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο διότι «δει δε χρημάτων, και άνευ τούτων ουδέν έστι γενέσθαι των δεόντων» προς το δημόσιο συμφέρον. Με άλλα λόγια, αν τιναχτεί το ταμείο, όπως έγινε το 2009, δεν θα υπάρχει και πολύ δημόσιο συμφέρον για να υπερασπιστεί κάποιος· ούτε καν συνέδρια για να το αναλύσει. Τα προηγούμενα χρόνια το «ταμειακό συμφέρον» έμοιαζε «να λειτουργεί απλώς και μόνον δευτερογενώς», επειδή είναι σαν τα λάστιχα του αυτοκινήτου. Ουδείς οδηγός αντιλαμβάνεται τη λειτουργία τους, παρά μόνον όταν σκάσει κάποιο.

Για να πούμε και του Προέδρου το δίκιο, ο κ. Παυλόπουλος είναι απλώς η πιο προβεβλημένη προσωπικότητα του κλάδου του Δημοσίου Δικαίου που «αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως μέσο καθοδήγησης της πραγματικότητας προς μία προκαθορισμένη αξία η οποία αποτυπώνεται κανονιστικά», όπως γράφει στο έξοχο βιβλίο του «Δήμος και Αγορά» ο επίκουρος καθηγητής της Νομικής κ. Γιώργος Δελλής. «Η δεοντολογική οπτική είναι πανταχού παρούσα στο δημόσιο δίκαιο, το οποίο εν πολλοίς διαπνέεται από μία συνταγματική μεταφυσική: ρυθμίζει τη δράση των φορέων δημόσιας εξουσίας ώστε αυτοί, από τη μία να λειτουργούν σε ιδεατές συνθήκες, αφετέρου να επιτυγχάνουν τα συνταγματικά “πρέπει”, με άλλα λόγια, τα ατομικά και συλλογικά αγαθά που εξιδανικευμένα κατατάσσει ως αξιακά υπέρτερα το θεμελιώδες κείμενο της έννομης τάξης».

Είναι ευτύχημα για τη χώρα που μια σειρά από νέους νομικούς, όπως οι κ.κ. Γιώργος Δελλής, Αντώνης Καραμπατσός, Αριστείδης Χατζής κ.ά., μεταφέρουν έστω καθυστερημένα μια συζήτηση που μπορεί να προσγειώσει τη νομική επιστήμη στην πραγματικότητα. Ειδικά σε μια χώρα όπου «παρατηρούμε πως η ελληνική τραγωδία απευθύνει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό μήνυμα με περισσότερους αποδέκτες: θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του δημοσίου δικαίου να λειτουργήσεις ως ανάχωμα στις αστοχίες. Στην ηπειρωτική και, ιδίως, τη γαλλική του εκδοχή, την οποία υιοθετεί η Ελλάδα, είναι τόσο προσηλωμένο στην τήρηση της νομιμότητας, στη δράση δηλαδή των δημόσιων φορέων σύμφωνα με τον νόμο, ώστε αδιαφορεί για το αν η δράση αυτή είναι επιτυχής και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να επαναφέρει στη σωστή πορεία το κράτος, όταν αυτό δυσλειτουργεί, πόσο μάλλον να συμβάλλει στον ανασχεδιασμό του. Ετσι, όμως, καθίσταται ακατάλληλο για την αντιμετώπιση της κρίσης αλλά και γενικότερα, για την επιδίωξη της κοινωνικής ευημερίας στην οποία υποτίθεται ότι αποσκοπεί».

Αντίβαρο σε αυτή τη φαντασιακή θέσμιση του κράτους, όπου όλα τα προβλήματα λύνονται πατώντας κάποια νομικά κουμπιά, είναι τα «εργαλεία τα οποία δίνουν έμφαση σε υπαρκτά δεδομένα και όχι στους ιδανικούς στόχους», είναι η οικονομική ανάλυση του δικαίου. Εγκυκλοπαίδεια, θα λέγαμε, αυτής είναι το εξαιρετικό βιβλίο του κ. Δελλή. Με αυτά τα εργαλεία αφενός «το δημόσιο δίκαιο της νομιμότητας θα συνυπάρχει με το άλλο δημόσιο δίκαιο, εκείνο της αποτελεσματικότητας» κατά δεύτερον «ο νομικός [θα] κατεβαίνει κάποτε από το δεοντολογικό του συννεφάκι. Ιδίως ο δημοσιολόγος, που είναι περισσότερο εκτεθειμένος σε αυτό τον κίνδυνο υποκειμενικότητας: πράγμα εύλογο, στο μέτρο που καταπιάνεται με την ερμηνεία και την εφαρμογή ενός κατεξοχήν “αξιακού” νομικού κειμένου που δεν είναι άλλο από το Σύνταγμα», αλλά κυρίως θα γνωρίζουμε «το περιεχόμενο του δικαίου –το πώς το δίκαιο επεμβαίνει σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα– αφετέρου, τα αποτελέσματα της δικαιικής παρέμβασης – το πώς οι νομικοί θεσμοί διαμορφώνουν μία προς ρύθμιση κατάσταση».

Info

Γιώργος Δελής, «Δήμος και Αγορά. Το δημόσιο δίκαιο “αλλιώς”, με το βλέμμα της οικονομικής ανάλυσης» (εκδ. Ευρασία).

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 30.9.2018