Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, ένα ακόμη επικοινωνιακό πυροτέχνημα

on . Posted in Εκκλησία

Επειδή δεν έχει ξεκινήσει η περίοδος νηστείας, πρέπει να ανοίγουν σαμπάνιες στην Μονή Πετράκη. Κι αυτό διότι είναι λεόντειος η συμφωνία που επέτυχε ο Αρχιεπίσκοπος με τον πρωθυπουργό. Για την ακρίβεια η ελληνική Πολιτεία τα έδωσε όλα για να μην αντιδράσει η Εκκλησία σε κάποια πιθανή ρητή πρόβλεψη στο Σύνταγμα περί «ουδετερόθρησκου κράτους». Λέμε ρητή, διότι αυτό ήδη προβλέπεται από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός».

Συνεπώς η λειτουργική ουδετερότητα του Συντάγματος δεν περίμενε τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να κατοχυρωθεί. Ορθώς επεσήμανε ο καθηγητής της Νομικής κ. Σπύρος Βλαχόπουλος (Καθημερινή 31.10.2018) ότι η ουδετερότητα του κράτους είναι από κάποιους ζητούμενο μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Γι' αυτούς δεν μπορεί το Σύνταγμα ενός ουδετερόθρησκου κράτους να ξεκινά με «Eις τo όνoμα της Αγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς». Το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης νόμος όλων των Ελλήνων (είτε πιστεύουν στην Αγία Τριάδα, είτε όχι) και επιπλέον τα Συντάγματα φτιάχνονται στο όνομα του Λαού για τους Πολίτες και όχι στο όνομα κάποιας μεταφυσικής οντότητας. Κι όμως ούτε αυτό κατέστησε σαφές ο πρωθυπουργός στον Αρχιεπίσκοπο. Ίσως γι' αυτό ο τελευταίος, ανάμεσα στις δεκάδες ευχαριστίες προς τον πρωθυπουργό, τον ευχαρίστησε και επειδή συμφώνησε να μην αλλάξει το προοίμιο του Συντάγματος. Μάλλον αυτή η διαπραγμάτευση κράτησε λιγότερο από 18 ώρες...

Το θετικό είναι ότι πιθανότατα θα αλλάξει το άρθρο 3 του Συντάγματος, ένα από τα πολλά που σηματοδοτούν τον συγκεντρωτισμό του κράτους και φτιάχτηκε για να ελέγχει η ελληνική Πολιτεία την Εκκλησία. Όπως γράφαμε την περασμένη Κυριακή, δεν υπάρχει λόγος να έχουμε ένα τόσο λεπτομερές Σύνταγμα που θα προβλέπει ότι «ότι η Εκκλησία «διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο...» (Καθημερινή 5.11.2018) Υπάρχει βεβαίως το σημαντικό ερώτημα που έθεσε ο καθηγητής Νομικής κ. Γιάννης Κτιστάκις αν και κατά πόσο υπήρξε διαβούλευση και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκουν οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη και νησιά του Β. Αιγαίου), το Άγιο Όρος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη. («Τρία θεμελιώδη ελαττώματα της συμφωνίας Τσίπρα-Ιερώνυμου», (eΚαθημερινή 7.11.2018). Ελπίζουμε ότι το έχει κάνει ο Αρχιεπίσκοπος διότι το Μέγαρο Μαξίμου δεν έδειξε ποτέ τέτοια επιμέλεια και προετοιμασία. Και η διαβούλευση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι κάτι το τυπικό. Όταν περιμένουμε τον σεβασμό από το τουρκικό κράτος, δεν μπορούμε να κανονίζουμε τα του Πατριαρχείου χωρίς το Πατριαρχείο.

Ο ανιστόρητος πρωθυπουργός δέχθηκε ότι «το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε», κάτι που ο κ. Κτιστάκις αποδεικνύει ότι είναι ψεύδος: «το 1945 προβλέφθηκε για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημέριων από το Δημόσιο (Α.Ν. 536/1945). Σε αντιστάθμισμα της δαπάνης αυτής επιβλήθηκε με τον ίδιο νόμο (α) η υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο το 1945 προβλέφθηκε για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημέριων από το Δημόσιο (Α.Ν. 536/1945). Σε αντιστάθμισμα της δαπάνης αυτής επιβλήθηκε με τον ίδιο νόμο (α) η υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και (β) η υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους».

Με άλλα λόγια στην Ελλάδα ίσχυε σε πιο απλουστευμένη μορφή κάτι σαν το Γερμανικό ουδετερόθρησκο σύστημα, αυτό που ενέκρινε με τις δηλώσεις του (6.11.2018) ο Αρχιεπίσκοπος. Εκεί, οι πιστοί κάθε δόγματος συμπληρώνουν στην φορολογική τους δήλωση το θρήσκευμα τους κι ένα ποσοστό των φόρων που πληρώνουν πηγαίνουν για την λειτουργία της εκκλησίας που επιλέγουν. Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από το να πληρώνουν άπαντες -πιστοί και μη, αλλόπιστοι και άθεοι- 200 εκατομμύρια ετησίως, δίχως να έχουν ερωτηθεί.

Αλλά ακόμη και το μύθευμα «μισθοδοσία αντί περιουσίας» πάσχει πολλαπλώς. Πρώτον το κράτος πληρώνει τους ιερείς επί 73 χρόνια. Έδωσε δηλαδή μέχρι σήμερα, με σημερινές τιμές, περί τα 15 δισ. ευρώ. Πόση επιτέλους είναι αυτή εκκλησιαστική περιουσία, κλάσμα της οποίας το κράτος «απέκτησε έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της»; Κανείς δεν ερώτησε, ούτε μέτρησε. Θα συμφωνήσουμε ότι για την εκκλησία ισχύει το Πίστευε και μη Ερεύνα, αλλά ισχύει και για την κυβέρνηση (και δη Αριστερή, τρομάρα μας!) που πρέπει να λογοδοτεί στους πολίτες της;

Δεύτερον και κυριότερο: πόθεν αυτή η ατράνταχτη περιουσία; Σε αυτό η Εκκλησία μάς σέρνει στα τρίσβαθα της ιστορίας δηλώνοντας ότι ήταν δωρεές με χρυσόβουλα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και Οθωμανών Σουλτάνων. Έτσι είναι, αλλά οι αυτοκράτορες και οι Σουλτάνοι δεν την είχαν απότ ον πατέρα τους. Την δήμευαν δια των όπλων για να την δώσουν στους υποτακτικούς τους. Βεβαίως, θα πουν κάποιοι, ότι «ήταν άλλες οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις εκείνης της εποχής». Ακριβώς το ίδιο λέμε και συμπληρώνουμε ότι αυτές οι κοινωνικές σχέσεις άλλαξαν με τις μεγάλες επαναστάσεις του 19ου αιώνα, μία εκ των οποίων ήταν η Ελληνική του 1821.

Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Καθημερινή» στις 7.11.2018